Banker's Review Online - Η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα παίζει τα ρέστα της

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

International Banking

Η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα παίζει τα ρέστα της

10 Απριλίου 2013 | 15:55 Γράφει ο Γιώργος  Φετοκάκης Topics: Analysis

Η Ελβετία, υπόδειγμα χρηματοοικονομικής σταθερότητας για δεκαετίες, ακολουθεί μια στρατηγική υψηλού κινδύνου για να προστατέψει την προσανατολισμένη στις εξαγωγές οικονομία της, στοιχηματίζοντας κυριολεκτικά μέσω της κεντρικής της τράπεζας σε μια μάχη να συγκρατήσει τις τιμές των ελβετικών προϊόντων που πωλούνται στο εξωτερικό.


Η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα τυπώνει και πουλάει όσα ελβετικά φράγκα απαιτούνται, ώστε να συγκρατήσει την άνοδο του ελβετικού νομίσματος έναντι του ευρώ, ποντάροντας ένα ποσό που πλησιάζει το ΑΕΠ της χώρας.

Tα τρία τελευταία χρόνια η Swiss National Bank (SNB) τύπωσε τέσσερις φορές φράγκα για να αγοράσει ευρώ και άλλα νομίσματα, σχηματίζοντας ένα φορτωμένο χαρτοφυλάκιο συναλλαγματικών διαθεσίμων. Με αυτόν τον τρόπο εφάρμοσε μια τακτική που ακολουθεί σχεδόν κάθε σημαντική κεντρική τράπεζα για να αναστήσει τις εγχώριες οικονομίες, εν όψει της χειρότερης παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης τα τελευταία 75 χρόνια. Όλοι κινδυνεύουν να χάσουν, αλλά η έκθεση της Ελβετίας ξεχωρίζει σε χαρακτήρα και κλίμακα.

Η Κεντρική της Τράπεζα αγοράζει assets από άλλες χώρες και οι συμμετοχές της σε νομίσματα, ομόλογα, μετοχές και χρυσό - η αξία των οποίων αγγίζει τα 500 δισ. ελβετικά φράγκα (σχεδόν 541 δισ. δολάρια) – είναι όσο σχεδόν το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της χώρας.

Στόχος της νομισματικής πολιτικής
Τον Σεπτέμβριο του 2011, η SNB έθεσε ως στόχο, να διατηρήσει το φράγκο κάτω από το όριο του 1,20 ανά ευρώ. Κάτι για το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του προέδρου της, Thomas Jordan, η Τράπεζα θα έδινε μάχη για να το καταφέρει. Αυτή η στρατηγική έχει πετύχει έως τώρα. Το φράγκο δεν έχει υπερβεί το κατώφλι του 1,2 τους τελευταίους 16 μήνες. Η ελβετική οικονομία αναπτύσσεται, αν και αργά, ενώ η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώνεται. Ο πληθωρισμός είναι ανύπαρκτος, αν και οι αυξανόμενες τιμές «σε πραγματικό χρόνο» αποτελούν ανησυχητικό σημάδι. Επιπλέον, οι εξαγωγές αυξάνουν παρά την ύφεση της ευρωζώνης.

Ωστόσο, η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα είναι πολύ ευάλωτη στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εξαιτίας του τεράστιου ενεργητικού της σε ευρώ και νομίσματα άλλων χωρών. Η Fed, αντιθέτως, τυπώνει δολάρια και αγοράσει assets σε δολάρια, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται από τέτοιους κινδύνους. Η SNB δεν μπορεί να το κάνει αυτό επειδή δεν υπάρχουν αρκετά ελβετικά ομόλογα ή άλλα assets σε φράγκα για να αγοράσει.

Για παράδειγμα, κάθε φορά που ανεβαίνει το ευρώ, η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα βγάζει χρήματα. Αλλά κάθε υποχώρηση προς τα κάτω, προκαλεί ζημίες. Αν η ισοτιμία προς το ευρώ αυξηθεί στο 1,3, η SNB θα βγάλει κέρδος. Αλλά, αν το ευρώ πέσει 10%, ένα σημαντικό κεφάλαιο της Κεντρικής Τράπεζας θα εξανεμιστεί. Κάτι που ελλοχεύει σημαντικό ρίσκο.

Τακτική που προκαλεί αμφισβητήσεις
Αν και αυτή η πολιτική θεωρείται αναπόφευκτη από την SNB, έχει προκαλέσει αρκετές αμφισβητήσεις, ακόμα και μέσα στην ίδια την Ελβετία. Η τύπωση πολλών φράγκων, σύμφωνα με τους πολέμιους αυτής της πολιτικής, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μελλοντικό πληθωρισμό.

Η στρατηγική της Ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας πηγάζει από την οικονομική κρίση των τεσσάρων τελευταίων ετών. Για να θεραπεύσουν τις αρρωστημένες οικονομίες, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες ώθησαν αρχικά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά. Αν κι έτσι αποφεύχθηκε η καταστροφή, η χλιαρή ανάκαμψη οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες σε πιο επιθετικές κινήσεις– οι συνεπαγόμενοι κίνδυνοι θεωρούνται τώρα ως ένα παγκόσμιο πείραμα μακροοικονομικής.

Αν και η στρατηγική της SNB λειτουργεί, παρόλα αυτά δοκιμάζεται συνεχώς. Για να αποθαρρύνουν, δε, τους παγκόσμιους επενδυτές από το να τοποθετούν χρήματα σε ελβετικούς λογαριασμούς, οι ελβετικές εμπορικές τράπεζες UBS AG και Credit Suisse Group AG ανακοίνωσαν τον προηγούμενο μήνα, ότι θα χρέωναν τέλος σε κάποιους καταθέτες, αντί να τους δίνουν τόκους.

Συναλλαγματικός κίνδυνος
Σε αντίθεση με τους μεγάλους ιδιώτες επενδυτές, η SNB δεν μπορεί να αντισταθμίσει το συναλλαγματικό κίνδυνο. Για να περιορίσει την έκθεση στο ευρώ, η SNB αποφάσισε να διαφοροποιηθεί και τώρα το 12% του αποθεματικού της βρίσκεται σε ξένες μετοχές, κάτι ασυνήθιστο για μια Κεντρική Τράπεζα.

Έχει ανταλλάξει ευρώ σε αμερικανικά δολάρια, βρετανικές λίρες, δολάρια Αυστραλίας και άλλα. Τον προηγούμενο χρόνο, ξεκίνησε να αγοράσει νοτιοκορεάτικο won και πρόσφατα δήλωσε ότι θα απασχολεί επτά άτομα στη Σιγκαπούρη για να διευκολύνουν τις “round-the-clock operations” στις αγορές συναλλάγματος.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα, το 48% των συμμετοχών της ήταν σε ευρώ – υποχώρηση κατά 60% σε σχέση με τα μέσα τους έτους – 28% σε δολάρια και 24% σε άλλα νομίσματα.
«Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έβλεπα ένα τέτοιο αντιπληθωριστικό ινστιτούτο (την SNB) να κρατάει ως ρεζέρβα το νόμισμά μας» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αυστραλός central banker Glenn Stevens. «Ένα αξιοσημείωτο γεγονός, πράγματι» συμπλήρωσε.


Η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα τυπώνει και πουλάει όσα ελβετικά φράγκα απαιτούνται, ώστε να συγκρατήσει την άνοδο του ελβετικού νομίσματος έναντι του ευρώ, ποντάροντας ένα ποσό που πλησιάζει το ΑΕΠ της χώρας.

Tα τρία τελευταία χρόνια η Swiss National Bank (SNB) τύπωσε τέσσερις φορές φράγκα για να αγοράσει ευρώ και άλλα νομίσματα, σχηματίζοντας ένα φορτωμένο χαρτοφυλάκιο συναλλαγματικών διαθεσίμων. Με αυτόν τον τρόπο εφάρμοσε μια τακτική που ακολουθεί σχεδόν κάθε σημαντική κεντρική τράπεζα για να αναστήσει τις εγχώριες οικονομίες, εν όψει της χειρότερης παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης τα τελευταία 75 χρόνια. Όλοι κινδυνεύουν να χάσουν, αλλά η έκθεση της Ελβετίας ξεχωρίζει σε χαρακτήρα και κλίμακα.

Η Κεντρική της Τράπεζα αγοράζει assets από άλλες χώρες και οι συμμετοχές της σε νομίσματα, ομόλογα, μετοχές και χρυσό - η αξία των οποίων αγγίζει τα 500 δισ. ελβετικά φράγκα (σχεδόν 541 δισ. δολάρια) – είναι όσο σχεδόν το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της χώρας.

Στόχος της νομισματικής πολιτικής
Τον Σεπτέμβριο του 2011, η SNB έθεσε ως στόχο, να διατηρήσει το φράγκο κάτω από το όριο του 1,20 ανά ευρώ. Κάτι για το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του προέδρου της, Thomas Jordan, η Τράπεζα θα έδινε μάχη για να το καταφέρει. Αυτή η στρατηγική έχει πετύχει έως τώρα. Το φράγκο δεν έχει υπερβεί το κατώφλι του 1,2 τους τελευταίους 16 μήνες. Η ελβετική οικονομία αναπτύσσεται, αν και αργά, ενώ η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώνεται. Ο πληθωρισμός είναι ανύπαρκτος, αν και οι αυξανόμενες τιμές «σε πραγματικό χρόνο» αποτελούν ανησυχητικό σημάδι. Επιπλέον, οι εξαγωγές αυξάνουν παρά την ύφεση της ευρωζώνης.

Ωστόσο, η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα είναι πολύ ευάλωτη στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εξαιτίας του τεράστιου ενεργητικού της σε ευρώ και νομίσματα άλλων χωρών. Η Fed, αντιθέτως, τυπώνει δολάρια και αγοράσει assets σε δολάρια, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται από τέτοιους κινδύνους. Η SNB δεν μπορεί να το κάνει αυτό επειδή δεν υπάρχουν αρκετά ελβετικά ομόλογα ή άλλα assets σε φράγκα για να αγοράσει.

Για παράδειγμα, κάθε φορά που ανεβαίνει το ευρώ, η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα βγάζει χρήματα. Αλλά κάθε υποχώρηση προς τα κάτω, προκαλεί ζημίες. Αν η ισοτιμία προς το ευρώ αυξηθεί στο 1,3, η SNB θα βγάλει κέρδος. Αλλά, αν το ευρώ πέσει 10%, ένα σημαντικό κεφάλαιο της Κεντρικής Τράπεζας θα εξανεμιστεί. Κάτι που ελλοχεύει σημαντικό ρίσκο.

Τακτική που προκαλεί αμφισβητήσεις
Αν και αυτή η πολιτική θεωρείται αναπόφευκτη από την SNB, έχει προκαλέσει αρκετές αμφισβητήσεις, ακόμα και μέσα στην ίδια την Ελβετία. Η τύπωση πολλών φράγκων, σύμφωνα με τους πολέμιους αυτής της πολιτικής, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μελλοντικό πληθωρισμό.

Η στρατηγική της Ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας πηγάζει από την οικονομική κρίση των τεσσάρων τελευταίων ετών. Για να θεραπεύσουν τις αρρωστημένες οικονομίες, οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες ώθησαν αρχικά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά. Αν κι έτσι αποφεύχθηκε η καταστροφή, η χλιαρή ανάκαμψη οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες σε πιο επιθετικές κινήσεις– οι συνεπαγόμενοι κίνδυνοι θεωρούνται τώρα ως ένα παγκόσμιο πείραμα μακροοικονομικής.

Αν και η στρατηγική της SNB λειτουργεί, παρόλα αυτά δοκιμάζεται συνεχώς. Για να αποθαρρύνουν, δε, τους παγκόσμιους επενδυτές από το να τοποθετούν χρήματα σε ελβετικούς λογαριασμούς, οι ελβετικές εμπορικές τράπεζες UBS AG και Credit Suisse Group AG ανακοίνωσαν τον προηγούμενο μήνα, ότι θα χρέωναν τέλος σε κάποιους καταθέτες, αντί να τους δίνουν τόκους.

Συναλλαγματικός κίνδυνος
Σε αντίθεση με τους μεγάλους ιδιώτες επενδυτές, η SNB δεν μπορεί να αντισταθμίσει το συναλλαγματικό κίνδυνο. Για να περιορίσει την έκθεση στο ευρώ, η SNB αποφάσισε να διαφοροποιηθεί και τώρα το 12% του αποθεματικού της βρίσκεται σε ξένες μετοχές, κάτι ασυνήθιστο για μια Κεντρική Τράπεζα.

Έχει ανταλλάξει ευρώ σε αμερικανικά δολάρια, βρετανικές λίρες, δολάρια Αυστραλίας και άλλα. Τον προηγούμενο χρόνο, ξεκίνησε να αγοράσει νοτιοκορεάτικο won και πρόσφατα δήλωσε ότι θα απασχολεί επτά άτομα στη Σιγκαπούρη για να διευκολύνουν τις “round-the-clock operations” στις αγορές συναλλάγματος.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα, το 48% των συμμετοχών της ήταν σε ευρώ – υποχώρηση κατά 60% σε σχέση με τα μέσα τους έτους – 28% σε δολάρια και 24% σε άλλα νομίσματα.
«Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έβλεπα ένα τέτοιο αντιπληθωριστικό ινστιτούτο (την SNB) να κρατάει ως ρεζέρβα το νόμισμά μας» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αυστραλός central banker Glenn Stevens. «Ένα αξιοσημείωτο γεγονός, πράγματι» συμπλήρωσε.


Η επίπτωση των κανονισμών στις ελβετικές τράπεζες
Οι Ελβετικές Τράπεζες UBS AG και Credit Suisse Group AG συγκαταλέγονται ανάμεσα στις ασφαλέστερες της Ευρώπης, σύμφωνα με τους δείκτες που οι ρυθμιστές παρακολουθούν πιο στενά. H Ελβετία έχει κάνει αξιοσημείωτες προσπάθειες για να μειώσει τη συστημική απειλή που προέρχεται από το γεγονός ότι διαθέτει μια μικρή οικονομία και φιλοξενεί, παράλληλα, δύο από τις 30 μεγαλύτερες τράπεζες παγκοσμίως, όπως το Bloomberg Markets αναφέρει στο τελευταίο τεύχος του.

Η χώρα έχει βάλει όρια στη μόχλευση, ωθώντας τις UBS και Credit Suisse να ενισχύσουν την κεφαλαιακή επάρκεια Tier 1 – το δείκτη που οι ρυθμιστές προτιμούν να χρησιμοποιούν για τη μέτρηση της οικονομικής ευρωστίας – στο 20,2% και 18,5% του σταθμισμένου ενεργητικού αντίστοιχα. Αυτός ο δείκτης είναι πολύ υψηλότερος από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή τράπεζα.

Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1,  ωστόσο, δεν δίνει πλήρη εικόνα για την κατάσταση. Λάβετε υπόψη, για παράδειγμα, τα απλά ίδια κεφάλαια (simple equity). Όπως η προκαταβολή που ένας ενυπόθηκος δανειολήπτης καταθέτει για ένα σπίτι, αντιπροσωπεύουν τα χρήματα που ένας μέτοχος της τράπεζες τοποθετεί στη μετοχή της. Ο λόγος των ιδίων κεφαλαίων προς τα πάγια περιουσιακά στοιχεία στην USB ανέρχονταν στο 3,4% στις 30 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.

Αυτό αντιστοιχεί σε μια αύξηση κατά 1,3% σε σχέση με τις 30 Σεπτεμβρίου 2007, αλλά σημαίνει επίσης ότι μια μείωση της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της USB κατά 3,4% – κάτι αντίστοιχο με αυτό που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας κρίσης – θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει την τράπεζα σε πτώχευση. Ο σχετικός λόγος στην Credit Suisse (σύμφωνα με αμερικανικά στάνταρ αξιολόγησης, τα οποία δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με την UBS) ήταν 2,6%, ελαφρώς υψηλότερος από το λόγο του 2,3%, στις 30 Σεπτεμβρίου 2007.

Βαρύτητα κινδύνου
Γιατί αυτή η διαφορά; Η μέτρηση του Tier 1 επιτρέπει στις τράπεζες να ενισχύσουν τους δείκτες κεφαλαιακής τους επάρκειας με δύο τρόπους: τοποθετώντας λιγότερο βάρος σε περιουσιακά στοιχεία που θεωρούν λιγότερο ριψοκίνδυνα και, επιπλέον, μετρώντας κεφάλαιο παρά ιδία κεφάλαια μετόχων. Η Credit Suisse αύξησε το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1 με την έκδοση των λεγόμενων ομολογιών CoCo, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε ιδία κεφάλαια όταν υπάρξει ανάγκη, ένα χαρακτηριστικό που κάποιοι οικονομολόγοι ίσως σκεφτούν ότι μπορεί να κάνει το σύστημα πιο ευάλωτο σε κατάσταση πανικού.

Η UBS εστιάζει περισσότερο στη διατήρηση των κερδών και στη βαθύτερη περικοπή των risk-weighted assets. Οι κινήσεις των τραπεζών αποτελούν ένα παράδειγμα για το πώς οι κανονισμοί μπορούν να δημιουργήσουν αρνητικά κίνητρα. Στο βαθμό που οι κανόνες ενθαρρύνουν τις τράπεζες να εμπλέκουν τα άνευ αιτίας περίπλοκα κεφαλαιακά μέσα ή να αποφεύγουν λογικούς κινδύνους, ενδέχεται να προκαλούνται αρνητικές εξελίξεις στην οικονομία. Μήπως θα ήταν καλύτερα οι τράπεζες να παίρνουν το ρίσκο, και οι μέτοχοί τους – και όχι οι φορολογούμενοι – να είναι υπεύθυνοι για το αποτέλεσμα; Τα ίδια κεφάλαια που παρέχουν οι μέτοχοι δεν είναι μάννα εξ ουρανού.

Είναι το υπόβαθρο του κεφαλαίου που δίνει στις τράπεζες τη δύναμη να δανείσουν και την αντοχή να επιβιώσουν από τα λάθη που κάνουν κάποια στελέχη. Καθώς οι ρυθμιστές αγωνίζονται για να τεθεί σε εφαρμογή η τελευταία έκδοση των παγκοσμίων τραπεζικών κανόνων –Basel III – θα πρέπει να εξετάσουν την περίπτωση θέσπισης πολύ υψηλότερων απαιτήσεων για τα ιδία κεφάλαια. Το τραπεζικό σύστημα και η ευρύτερη οικονομία ίσως να ήταν σε καλύτερη θέση αν το έκαναν.

Banker's Review (T. 031)
« 1 2 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778