Banker's Review Online - Τα ρεαλιστικά business plan και ο ριζικός επαναπροσδιορισμός στρατηγικής των τραπεζών

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

International Banking

Τα ρεαλιστικά business plan και ο ριζικός επαναπροσδιορισμός στρατηγικής των τραπεζών

6 Ιουλίου 2012 | 11:20 Γράφει ο Ηλίας Γ.  Μπέλλος Topics: Επενδύσεις,Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

Νίκος Χαβούτης

Την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας μονάδας που θα δημιουργήσει τη στρατηγική ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και θα αναφέρεται απευθείας στον πρωθυπουργό τονίζει ένας εκ των εμπειρότερων Ελλήνων τραπεζιτών με εμπειρία δεκαετιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διάθεση του είναι να προτείνει ένα νέο βιώσιμο τραπεζικό μοντέλο, βασισμένο στην υποστήριξη ενεργειών που δημιουργούν εξαγωγικό πλεόνασμα για την χώρα, στηριγμένο σε στρατηγικά προκαθορισμένη πιστωτική πολιτική και ανάλυση.

Σήμερα η χρηματοδότηση για τη δημιουργία μιας επιπλέον εμπορικής επιχείρησης στον χώρο της εστίασης μονομαχεί με μια επένδυση στην παραγωγή ενέργειας με ίσους όρους. Παρ’ όλα αυτά η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας είναι πιο σημαντική γιατί αποσκοπεί στον απεγκλωβισμό της χώρας από εισαγωγές τελικού ύψους περίπου 15 δις ευρώ. Επειδή όμως οι οικονομικοί πόροι είναι περατοί, η επένδυση σε στρατηγικούς τομείς ανάπτυξης προηγείται. Αυτά υπογραμμίζει ο Νίκος Χαβούτης, CEO της Democratic Press S.A., ο οποίος μεταξύ άλλων έχει διατελέσει Chief Executive Officer Open24 Eurobank, Senior Vice President JP Morgan στη Νέα Υόρκη, Managing Director Chase Manhattan στο Λονδίνο, Vice President Citicorp στο Λονδίνο.

«Τα επικαιροποιημένα business plan των ελληνικών τραπεζών πρέπει να ξεκινούν από την επιβίωση. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η τραπεζική είναι υπηρεσία (service industry). Δεν είναι El Dorado και κούρσα ποσοστών» σημειώνει. Και συνεχίζει υπενθυμίζοντας πως «η ιδιότητα του τραπεζικού είναι να διευκολύνει την οικονομία ακολουθώντας την πιστωτική πολιτική, αναλύοντας και χρηματοδοτώντας με βάση συγκεκριμένη μεθοδολογία. Είναι μια επιστημονική και ταυτόχρονα εμπειρικά αρτιστίκ δουλειά. Ο τραπεζικός πρέπει να βλέπει το παρόν και να αξιολογεί το μέλλον σε κάθε συγκεκριμένη αγορά. Οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν, σε μεγάλο βαθμό, την απόκλισή τους από τις παραπάνω αρχές λειτουργίας. Οι διοικήσεις των τραπεζών αποτελούνται από στελέχη τα όποια εν πολλοίς εφάρμοζαν πολιτικές καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά χρήματος».

Banker’s review: Ποιο κατά τη γνώμη σας πρέπει να είναι το νέο business plan των μεγάλων ελληνικών τραπεζών; Ποια είναι η ενδεικνυόμενη στρατηγική στον περιβάλλον που έχει ανατείλει για την ελληνική οικονομία
Nίκος Χαβούτης:
Υπάρχουν τρεις παράμετροι που τίθενται από την ερώτηση. Το νέο περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας, οι ελληνικές τράπεζες και η ενδεικνυόμενη στρατηγική, δεδομένων των συνθηκών. Όσον αφορά το περιβάλλον, αυτό δεν διαγράφεται ιδιαιτέρα ενθαρρυντικό. Το ΑΕΠ γίνεται ολοένα και μικρότερο και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα πάρει πολύ καιρό για να αποκατασταθεί. Μιλώντας για παραγωγικότητα, καλό θα ήταν να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Στη δεκαετία 1999-2009 το παραγόμενο ΑΕΠ ανά ώρα ήταν 35 δολάρια στην Ελλάδα, 42 δολάρια κατά μέσο όρο στη Νότιο Ευρώπη, 55 στην Κεντρική Ευρώπη και 55 στην Αμερική. Δηλαδή η ίδια μονάδα κόστους στην Ελλάδα παρήγε μέχρι και 24% λιγότερα (EKS μεθοδολογία*). 

Επειδή το μοντέλο ανάπτυξης της τελευταίας δεκαετίας ήταν βασισμένο στην υπερτροφοδότηση της κατανάλωσης στον ιδιωτικό, αλλά και των δαπανών στον δημόσιο τομέα, η οποία με τη διάρθρωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (με ιδιαίτερη έμφαση στο εμπορικό ισοζύγιο) της χώρας είναι εκτός κάθε στρατηγικής, ελπίζω ότι με τη μετάβαση προς ένα ορθολογικό μοντέλο διαχείρισης η χώρα μπορεί να μπει στο προστάδιο της αναγέννησης. Αρκεί να αποβάλουμε τις πολιτικές, τους ανθρώπους και τη νοοτροπία του παρελθόντος. Δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή.

Προτείνω τη δημιουργία μονάδας που θα δημιουργήσει τη στρατηγική ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και θα αναφέρεται απευθείας στον πρωθυπουργό. Σήμερα η χρηματοδότηση για τη δημιουργία μιας επιπλέον εμπορικής επιχείρησης στον χώρο της εστίασης μονομαχεί με μια επένδυση στην παραγωγή ενέργειας με ίσους όρους. Παρ’ όλα αυτά η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας είναι πιο σημαντική γιατί αποσκοπεί στον απεγκλωβισμό της χώρας από εισαγωγές τελικού ύψους περίπου 15 δις ευρώ. Επειδή όμως οι οικονομικοί πόροι είναι περατοί, η επένδυση σε στρατηγικούς τομείς ανάπτυξης προηγείται. Όταν υπάρχει σχεδιασμός, τότε διευκολύνεται και ο τραπεζικός τομέας. Δημιουργεί προτεραιότητες, διαμορφώνει πιστωτική πολιτική, ανάλυση, και διαδικασίες.

Το επικαιροποιημένο business plan των ελληνικών τραπεζών πρέπει να ξεκινά από την επιβίωση. Αυτό συνθέτει ένα μείγμα ενεργειών προς υιοθεσία. Αλλά ας ξεκινήσουμε από το βασικό. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η τραπεζική είναι υπηρεσία (service industry). Δεν είναι El Dorado και κούρσα ποσοστών. Η ιδιότητα του τραπεζικού είναι να διευκολύνει την οικονομία ακολουθώντας την πιστωτική πολιτική, αναλύοντας και χρηματοδοτώντας με βάση συγκεκριμένη μεθοδολογία. Είναι μια επιστημονική και ταυτόχρονα εμπειρικά αρτιστίκ δουλειά. Ο τραπεζικός πρέπει να βλέπει το παρόν και να αξιολογεί το μέλλον σε κάθε συγκεκριμένη αγορά. Οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν, σε μεγάλο βαθμό, την απόκλισή τους από τις παραπάνω αρχές λειτουργίας. Οι διοικήσεις των τραπεζών αποτελούνται από στελέχη τα όποια εν πολλοίς εφάρμοζαν πολιτικές καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά χρήματος.

Για αυτόν τον λόγο οδήγησαν τις τράπεζες σε μια ξέφρενα επεκτατική πολιτική με χαλαρά πιστωτικά κριτήρια και ανάλυση. Τα δύο μεγάλα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες αυτή τη στιγμή προέρχονται κυρίως από δικά τους λάθη αλλά και κρατικό παρεμβατισμό. Όσον αφορά την πολιτική των τραπεζών, το πρόβλημα της επισφάλειας αλλά και των αναγνωρισμένων ζημιών από το PSI έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με τη μονοσήμαντη αναζήτηση όγκων, μεριδίων αγοράς, αλλά και αύξησης κερδών με λογαριθμικούς ρυθμούς. Η επισφάλεια, την οποία προσπαθούν να διαχειριστούν εσωτερικά τώρα, έχει να κάνει με την υπερχρέωση εταιριών και νοικοκυριών για μη παραγωγικές, κυρίως, επενδύσεις. Επιπλέον, στηρίχτηκαν κατά κόρον στον δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με προορισμό την αγορά ομολόγων υψηλής απόδοσης αλλά και υψηλού ρίσκου, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη (spreads).

Εναλλακτικά δάνειζαν τα χρήματα αυτά στην ελληνική αγορά, με έμφαση στην καταναλωτική πίστη, αποκομίζοντας λογιστικά υπερκέρδη. Είναι σαν να βρισκόμαστε 20 χρόνια πίσω στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, όταν ανακαλύπταμε στον χώρο του finance το risk adjusted rate of return on tier1 capital, δηλαδή την απόδοση των κεφαλαίων μετά από την αξιολόγηση του ρίσκου. Ευθύνη όμως φέρει και το κράτος που υποχρέωνε τράπεζες και ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα να επενδύσουν χρήματα επενδυτών, καταθετών και ασφαλισμένων σε ομόλογα, τα οποία εκ των υστέρων αποδείχτηκαν ακατάλληλα (και με την συνομoλόγηση του επίσημου ελληνικού κράτους).

Σήμερα η χρηματοδότηση για τη δημιουργία μιας επιπλέον εμπορικής επιχείρησης στον χώρο της εστίασης μονομαχεί με μια επένδυση στην παραγωγή ενέργειας με ίσους όρους. Παρ’ όλα αυτά η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας είναι πιο σημαντική γιατί αποσκοπεί στον απεγκλωβισμό της χώρας από εισαγωγές τελικού ύψους περίπου 15 δις ευρώ. Επειδή όμως οι οικονομικοί πόροι είναι περατοί, η επένδυση σε στρατηγικούς τομείς ανάπτυξης προηγείται. Αυτά υπογραμμίζει ο Νίκος Χαβούτης, CEO της Democratic Press S.A., ο οποίος μεταξύ άλλων έχει διατελέσει Chief Executive Officer Open24 Eurobank, Senior Vice President JP Morgan στη Νέα Υόρκη, Managing Director Chase Manhattan στο Λονδίνο, Vice President Citicorp στο Λονδίνο.

«Τα επικαιροποιημένα business plan των ελληνικών τραπεζών πρέπει να ξεκινούν από την επιβίωση. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η τραπεζική είναι υπηρεσία (service industry). Δεν είναι El Dorado και κούρσα ποσοστών» σημειώνει. Και συνεχίζει υπενθυμίζοντας πως «η ιδιότητα του τραπεζικού είναι να διευκολύνει την οικονομία ακολουθώντας την πιστωτική πολιτική, αναλύοντας και χρηματοδοτώντας με βάση συγκεκριμένη μεθοδολογία. Είναι μια επιστημονική και ταυτόχρονα εμπειρικά αρτιστίκ δουλειά. Ο τραπεζικός πρέπει να βλέπει το παρόν και να αξιολογεί το μέλλον σε κάθε συγκεκριμένη αγορά. Οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν, σε μεγάλο βαθμό, την απόκλισή τους από τις παραπάνω αρχές λειτουργίας. Οι διοικήσεις των τραπεζών αποτελούνται από στελέχη τα όποια εν πολλοίς εφάρμοζαν πολιτικές καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά χρήματος».

Banker’s review: Ποιο κατά τη γνώμη σας πρέπει να είναι το νέο business plan των μεγάλων ελληνικών τραπεζών; Ποια είναι η ενδεικνυόμενη στρατηγική στον περιβάλλον που έχει ανατείλει για την ελληνική οικονομία
Nίκος Χαβούτης:
Υπάρχουν τρεις παράμετροι που τίθενται από την ερώτηση. Το νέο περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας, οι ελληνικές τράπεζες και η ενδεικνυόμενη στρατηγική, δεδομένων των συνθηκών. Όσον αφορά το περιβάλλον, αυτό δεν διαγράφεται ιδιαιτέρα ενθαρρυντικό. Το ΑΕΠ γίνεται ολοένα και μικρότερο και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα πάρει πολύ καιρό για να αποκατασταθεί. Μιλώντας για παραγωγικότητα, καλό θα ήταν να μιλήσουμε συγκεκριμένα. Στη δεκαετία 1999-2009 το παραγόμενο ΑΕΠ ανά ώρα ήταν 35 δολάρια στην Ελλάδα, 42 δολάρια κατά μέσο όρο στη Νότιο Ευρώπη, 55 στην Κεντρική Ευρώπη και 55 στην Αμερική. Δηλαδή η ίδια μονάδα κόστους στην Ελλάδα παρήγε μέχρι και 24% λιγότερα (EKS μεθοδολογία*). 

Επειδή το μοντέλο ανάπτυξης της τελευταίας δεκαετίας ήταν βασισμένο στην υπερτροφοδότηση της κατανάλωσης στον ιδιωτικό, αλλά και των δαπανών στον δημόσιο τομέα, η οποία με τη διάρθρωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (με ιδιαίτερη έμφαση στο εμπορικό ισοζύγιο) της χώρας είναι εκτός κάθε στρατηγικής, ελπίζω ότι με τη μετάβαση προς ένα ορθολογικό μοντέλο διαχείρισης η χώρα μπορεί να μπει στο προστάδιο της αναγέννησης. Αρκεί να αποβάλουμε τις πολιτικές, τους ανθρώπους και τη νοοτροπία του παρελθόντος. Δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή.

Προτείνω τη δημιουργία μονάδας που θα δημιουργήσει τη στρατηγική ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και θα αναφέρεται απευθείας στον πρωθυπουργό. Σήμερα η χρηματοδότηση για τη δημιουργία μιας επιπλέον εμπορικής επιχείρησης στον χώρο της εστίασης μονομαχεί με μια επένδυση στην παραγωγή ενέργειας με ίσους όρους. Παρ’ όλα αυτά η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας είναι πιο σημαντική γιατί αποσκοπεί στον απεγκλωβισμό της χώρας από εισαγωγές τελικού ύψους περίπου 15 δις ευρώ. Επειδή όμως οι οικονομικοί πόροι είναι περατοί, η επένδυση σε στρατηγικούς τομείς ανάπτυξης προηγείται. Όταν υπάρχει σχεδιασμός, τότε διευκολύνεται και ο τραπεζικός τομέας. Δημιουργεί προτεραιότητες, διαμορφώνει πιστωτική πολιτική, ανάλυση, και διαδικασίες.

Το επικαιροποιημένο business plan των ελληνικών τραπεζών πρέπει να ξεκινά από την επιβίωση. Αυτό συνθέτει ένα μείγμα ενεργειών προς υιοθεσία. Αλλά ας ξεκινήσουμε από το βασικό. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η τραπεζική είναι υπηρεσία (service industry). Δεν είναι El Dorado και κούρσα ποσοστών. Η ιδιότητα του τραπεζικού είναι να διευκολύνει την οικονομία ακολουθώντας την πιστωτική πολιτική, αναλύοντας και χρηματοδοτώντας με βάση συγκεκριμένη μεθοδολογία. Είναι μια επιστημονική και ταυτόχρονα εμπειρικά αρτιστίκ δουλειά. Ο τραπεζικός πρέπει να βλέπει το παρόν και να αξιολογεί το μέλλον σε κάθε συγκεκριμένη αγορά. Οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν, σε μεγάλο βαθμό, την απόκλισή τους από τις παραπάνω αρχές λειτουργίας. Οι διοικήσεις των τραπεζών αποτελούνται από στελέχη τα όποια εν πολλοίς εφάρμοζαν πολιτικές καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά χρήματος.

Για αυτόν τον λόγο οδήγησαν τις τράπεζες σε μια ξέφρενα επεκτατική πολιτική με χαλαρά πιστωτικά κριτήρια και ανάλυση. Τα δύο μεγάλα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες αυτή τη στιγμή προέρχονται κυρίως από δικά τους λάθη αλλά και κρατικό παρεμβατισμό. Όσον αφορά την πολιτική των τραπεζών, το πρόβλημα της επισφάλειας αλλά και των αναγνωρισμένων ζημιών από το PSI έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με τη μονοσήμαντη αναζήτηση όγκων, μεριδίων αγοράς, αλλά και αύξησης κερδών με λογαριθμικούς ρυθμούς. Η επισφάλεια, την οποία προσπαθούν να διαχειριστούν εσωτερικά τώρα, έχει να κάνει με την υπερχρέωση εταιριών και νοικοκυριών για μη παραγωγικές, κυρίως, επενδύσεις. Επιπλέον, στηρίχτηκαν κατά κόρον στον δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με προορισμό την αγορά ομολόγων υψηλής απόδοσης αλλά και υψηλού ρίσκου, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη (spreads).

Εναλλακτικά δάνειζαν τα χρήματα αυτά στην ελληνική αγορά, με έμφαση στην καταναλωτική πίστη, αποκομίζοντας λογιστικά υπερκέρδη. Είναι σαν να βρισκόμαστε 20 χρόνια πίσω στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, όταν ανακαλύπταμε στον χώρο του finance το risk adjusted rate of return on tier1 capital, δηλαδή την απόδοση των κεφαλαίων μετά από την αξιολόγηση του ρίσκου. Ευθύνη όμως φέρει και το κράτος που υποχρέωνε τράπεζες και ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα να επενδύσουν χρήματα επενδυτών, καταθετών και ασφαλισμένων σε ομόλογα, τα οποία εκ των υστέρων αποδείχτηκαν ακατάλληλα (και με την συνομoλόγηση του επίσημου ελληνικού κράτους).



Banker's review: Υπάρχει μέλλον για τις ελληνικές τράπεζες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη;

Nίκος Χαβούτης: Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σύνθετη. Για να έχεις μέλλον, πρέπει να παρουσιάζεις κάτι διαφορετικό και πρωτότυπο, πρέπει δηλαδή να έχεις «συγκριτικό πλεονέκτημα». Το μοντέλο που είχαν να παρουσιάσουν οι ελληνικές τράπεζες στο παρελθόν ήταν η εξαγωγή της πολυπροϊοντικότητας (γνώση που είχαν αποκτήσει από τη δράση τους στην ελληνική αγορά), αλλά και των δικτύων διανομής που είχαν αναπτύξει για τα προϊόντα αυτά. Το σχήμα αυτό απέδιδε ένα return on equity αρκετά παραπάνω από 15%, το οποίο θεωρείται υψηλό για τον κλάδο.

Η θεωρία ήταν ότι, εξάγοντας το παραπάνω μοντέλο σε μια μεγαλύτερη πληθυσμιακά αγορά, που βρίσκεται 15 χρόνια πίσω από πλευράς εξέλιξης προϊόντων αλλά και καταναλωτικών συνηθειών, θα μπορέσουν να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη δραστηριότητος και κερδοφορίας. Η εφαρμογή του μοντέλου αυτού μπορεί να αποβεί άκρως επιτυχής, εάν η επιλογή της χώρας στην οποία γίνεται η επένδυση έχει γίνει με ορθολογικά μακρο και μικρο γεωπολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. Επιπλέον, η «στόχευση» πελατών ή clusters πελατών πρέπει να πληροί στρατηγικές προϋποθέσεις και, τέλος, η ανάπτυξη εργασιών πρέπει να υπακούει αυστηρά στους κανόνες προδιαγεγραμμένης πιστωτικής πολιτικής και ανάλυσης.

Εκτιμώ ότι η προϊοντικη γνώση είναι ισχυρή στις ελληνικές τράπεζες. Έχουν διαχρονικά δείξει ότι έχουν τη διάθεση να εισαγάγουν, να διαφοροποιήσουν και να εφαρμόσουν αξιόπιστα και πρωτοπόρα προϊόντα από το εξωτερικό κατά πρώτο λόγο στην τραπεζική ιδιωτών, κατά δεύτερο λόγο στην τραπεζική επιχειρήσεων, ενώ κατά τη γνώμη μου βρίσκονται αρκετά πίσω στην επενδυτική τραπεζική.
Η γνώση της τοπικής αγοράς αποκτάται με ανάλυση και πρόσληψη των κατάλληλων γηγενών στελεχών. Τέλος, εφόσον τα παραπάνω κριτήρια πληρούνται, η εισαγωγή σε κάθε ξένη αγορά να συνοδεύεται και από υπομονή αλλά και πίστη στη δυναμική της (conviction). Εάν πας κάπου έπειτα από ανάλυση και σηκωθείς να φύγεις ύστερα από δύο χρόνια λειτουργίας, δεν αποτελεί και το πιο αξιόπιστο κριτήριο θεσμικότητας.

Οι αμερικανικές τράπεζες είχαν κατηγορηθεί παλαιότερα για ταχύτατη πολιτική επέκτασης σε νέες αγορές αλλά και άμεση απεμπλοκή σε μικρά χρονικά διαστήματα, εάν οι στόχοι που τέθηκαν αρχικά δεν υλοποιούνταν. Προσωπικά πιστεύω ότι αγορές που μοιάζουν με την ελληνική, όπως σωστά επιλεγμένες βαλκανικές χώρες αλλά και η Τουρκία, έχουν ενδιαφέρον. Όσο πιο μακριά επιχειρεί κανείς τόσο πιο μακριά είναι τα χαρακτηριστικά της τοπικής αγοράς (different buying behavior), καθιστώντας δύσκολη ακόμα και τη γεωγραφική παρακολούθηση της επένδυσης. Γιατί οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν πάει σε δυναμικά σημεία της Μέσης Ανατολής ή της Αφρικής, για παράδειγμα; Γιατί δεν πληρείται καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Banker's review: Πόσο εύκολο θα είναι να επιβιώσουν οι περισσότερες από 15, ακόμα, τράπεζες στη χώρα;
Nίκος Χαβούτης:
Εκτιμώ ότι η ελληνική αγορά δεν μπορεί να υποστηρίξει 15 πιστωτικά ιδρύματα. Για την εύρυθμη λειτουργία ενός τραπεζικού ιδρύματος χρειάζονται κάποιες οικονομίες κλίμακας. Μην ξεχνάμε και την κεφαλαιακή επάρκεια από την πλευρά της Βασιλείας ΙΙΙ. Όσο πιο μικρός είναι κάποιος τόσο πιο αντιοικονομική είναι η τραπεζική επένδυση. Έχω τοποθετηθεί στο θέμα αυτό σε πολλά διεθνή αλλά και ελληνικά συνέδρια τα τελευταία 15 χρόνια.

Οι μεταβολές όμως στη διάρθρωση της ελληνικής αγοράς είναι και μικρές και αργές. Εάν κάποιος έμπειρος αναλυτής εξετάσει το σκεπτικό στις πρόσφατες προσπάθειες συγχώνευσης μεταξύ Εθνικής και Alpha Bank, αλλά και Alpha με Eurobank, μπορεί να αξιολογήσει την πρόθεση για scale και scope. Για κάποιον που είναι καρτεσιανός και ορθολογιστής όπως εγώ, η απάντηση στο ερώτημα είναι απλή. Οι 15 τράπεζες είναι πάρα πολλές για το μέγεθος της συγκεκριμένης αγοράς. Ειδικότερα, όταν υπάρχει μικρή διαφοροποίηση μεταξύ της μιας και της άλλης.  Έχοντας συμμετάσχει σε πολλές σημαντικές εξαγορές και συγχωνεύσεις μεγάλων τραπεζών, όπως Chase Manhattan με Chemical Bank, Chase με JP Morgan, και JP Morgan με Bank One, έχω αντλήσει σημαντική στρατηγική και τακτική γνώση.

Τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει είναι ότι μια συγχώνευση είναι επιτυχημένη όταν οι συμβαλλόμενοι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Για παράδειγμα, μια τράπεζα που έχει μεγάλο πελατολόγιο θα ωφεληθεί από τη συγχώνευση με μια τράπεζα που έχει ικανότητα στη δημιουργία προϊόντων. Μια τράπεζα που έχει μεγάλη γεωγραφική διασπορά δημιουργεί συγκριτικό πλεονέκτημα αν συγχωνευτεί με μια τράπεζα που ειδικεύεται στην επενδυτική τραπεζική. Ένας άλλος παράγοντας επιτυχίας έχει να κάνει με τη διαχειριστική δομή τής υπό διαμόρφωση νέας τράπεζας. Εάν τα λεγόμενα back offices δεν έχουν τεχνολογικούς αυτοματισμούς, τη συγχώνευση θα ακολουθήσει το χάος.

Τέλος, εάν δεν υπάρχει δομημένο project plan, το οποίο θα επιμελούνται έμπειρα και ειδικευμένα στελέχη αναφερόμενα κατευθείαν στο διοικητικό συμβούλιο, τότε ο χρόνος και το κόστος της συγχώνευσης μπορούν να υπερκεράσουν τα οφέλη. Στον ελληνικό χώρο, οι περισσότερες τράπεζες έχουν περίπου την ίδια δομή, αλλά και περίπου την ίδια στρατηγική. Εάν λοιπόν συγχωνευτούν δύο όμοιοι αλλά όχι συμπληρωματικοί όμιλοι, το αποτέλεσμα δεν θα είναι άριστο. Από πλευράς μεριδίου αγοράς, το αποτέλεσμα της συγχώνευσης θα καταλήξει να είναι μικρότερο από το άθροισμα των δύο.

Όσον αφορά τις υποστηρικτικές διαδικασίες, λόγω ελλείψεως αυτοματισμών το νέο επιχειρησιακό μοντέλο θα πρέπει να επανασχεδιαστεί. Σε κάθε περίπτωση αυτά θα σημάνουν σημαντικότατο αριθμό κατάργησης θέσεων και λειτουργιών. Θα υπάρξουν κοινωνικές προεκτάσεις. Το πιο εύκολο μοντέλο για την ελληνική αγορά είναι αυτό των εξαγορών. Εκεί εξ ορισμού επικρατεί ο μεγάλος και ισχυρός. Θα πίστευε κανείς ότι η περίοδος που διανύουμε είναι ιδανική για συγχωνεύσεις. Η άποψή μου όμως είναι ότι αυτό πρέπει να επιχειρηθεί μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Σήμερα δεν υπάρχει επαρκής κεφαλαιακή επάρκεια.


Banker's review: Υπάρχουν παραδείγματα ξένων τραπεζών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μοντέλο για την Ελλάδα;
Nίκος Χαβούτης:
Οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν τους ανάλογους όγκους ούτε την ανάλογη κεφαλαιακή επάρκεια, αλλά ούτε και την πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές σε σχέση με τις τράπεζες του εξωτερικού. Πολύ φοβάμαι δε ότι η επί πολλών ετών κακοδιαχείριση των οικονομικών της χώρας μας αποτελεί ένα είδος «πιστωτικού γεγονότος» όσον αφορά το country risk. Αυτό αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα γιατί επηρεάζει τον επιμερισμό των απαιτούμενων κεφαλαίων (syndication) της χρηματοδότησης της επένδυσης. Από πλευράς σχεδιασμού, όμως, οι Αυστριακές τράπεζες αποτέλεσαν ένα μοντέλο ανάπτυξης όσον αφορά τις αγορές του εξωτερικού.

Αυτό γιατί, ακολουθώντας τα κριτήρια που περιγράψαμε παραπάνω, επεκτάθηκαν σε γειτονικές χώρες και αποτέλεσαν τα λεγόμενα regional hubs. Με αυτή την μεθοδολογία οι Αυστριακές τράπεζες ξέφυγαν από τα στενά όρια της χώρας τους και της τοπικής οικονομίας και συνέβαλαν αφενός στην επέκταση των δραστηριοτήτων των Αυστριακών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, και αφετέρου στην τοποθέτηση τους σε γεωγραφικά προσκείμενες οικονομίες, με μεγαλύτερο όγκο από αυτόν της Αυστριακής, οι οποίες πληρούσαν όλα τα κριτήρια ανάπτυξης.  Μέσω λοιπόν της ανάπτυξης των οικονομιών αυτών ενισχύθηκε και η θέση των Αυστριακών τραπεζών.

Banker's review: Θεωρείτε χρήσιμη την επιλογή της λύσης δημιουργίας μιας ελληνικής bad bank που θα αγοράσει με discount όλα τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών με χρηματοδότηση από το Δημόσιο;
Nίκος Χαβούτης:
Είναι ένα «νοικοκυρεμένο» μοντέλο. Καθαρό. Βεβαίως πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι, όταν ένας οργανισμός έχει σημαντικά μη παραγωγικά στοιχεία ενεργητικού, πρέπει να τα αντιμετωπίσει έτσι η αλλιώς. Το μοντέλο good bank, bad bank είναι μεν καθαρό, αλλά έχει αυξημένο διαχειριστικό κόστος για μια ιδιωτική τράπεζα. Για μένα η διοικητική διαχείριση αυτών των στοιχείων αποκτά μεγαλύτερη αξία εάν συνενωθούν σε πανελλαδικό επίπεδο. Δηλαδή τα bad loans όλων των τραπεζών πρέπει να συνενωθούν σε μια μεγάλη bad bank, που θα μπορέσει να συνθέσει το μέγεθος των τραπεζικών απαιτήσεων σε σχέση με τον κάθε συγκεκριμένο οφειλέτη. Η σύνθεση αυτή θα μπορέσει να αναλύσει τις οικονομικές δυνατότητες του κάθε οφειλέτη, να προβάλει τις απαραίτητες εγγυήσεις, εάν υπάρχουν, να αναδιατάξει τα δάνεια από κάθε πλευρά και να τοποθετήσει μια βιώσιμη λύση και για τους δανειστές αλλά και για τον οφειλέτη.

Σε κάθε περίπτωση οι τράπεζες θα χάσουν χρήματα από την παραπάνω διαδικασία γιατί το πρόβλημα της έλλειψης πιστωτικής πολιτικής και χρηματοδοτικών κριτηρίων θα το βρουν μπροστά τους. Η δημιουργία μιας πανελλαδικής bad bank θα έχει πλεονεκτήματα κόστους διαχείρισης γιατί θα έχει και το scope αλλά και το scale για τη διευθέτηση των δανείων αυτών. Έτσι δεν θα αναγκάζεται η κάθε τράπεζα να έχει τη δική της μεγεθυσμένη νομική υπηρεσία και μηχανισμούς είσπραξης οφειλών (collections). Όλα αυτά τα τμήματα μπορούν να συνενωθούν σε ένα, το οποίο θα είναι φθηνότερο στη διαχείριση.

Βεβαίως, για να υπάρχει και η ανάλογη διασφάλιση των τραπεζών που ενδεχομένως θα συμμετάσχουν σε αυτό το πρόγραμμα, πρέπει να υπάρχουν service level agreements, δηλαδή προσχεδιασμένοι και κοινώς αποδεκτοί και συμφωνημένοι κανόνες διαχείρισης. Για να μην απλοποιούμε την παραπάνω πρόταση, παραθέτω το ερώτημα: Τι θα γίνει στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει δύο πιστωτικές κάρτες, μία με μεγάλες οφειλές και μία με λιγότερες, σε δύο διαφορετικές τράπεζες, ένα στεγαστικό σε μια, ένα επισκευαστικό σε άλλη, μόνο ένα ακίνητο και δεινότητα συνολικών πληρωμών όχι παραπάνω από το 75% του ύψους του τοκοχρεολυσίου του στεγαστικού; Αυτές είναι μερικές από τις πρακτικές παραμέτρους που πρέπει να έχουν προσυμφωνηθεί με κοινώς αποδεκτά SLAs.

Banker's review: Για ποιο λόγο θα μπορούσε να ενδιαφερθεί ξένη τράπεζα για εξαγορά ελληνικής και πότε;
Nίκος Χαβούτης:
Σε γενικές γραμμές η σημερινή οικονομική συγκυρία δεν αποτελεί τον ενδεδειγμένο χρόνο για εξαγορές cross border. Όχι μόνο από πλευράς ελληνικών τραπεζών, των οποίων η κεφαλαιοποίηση είναι σε ιστορικά χαμηλά. Οι ίδιες οι τράπεζες του εξωτερικού δεν βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή θέση. Τέλος, δεν υπάρχει και η κατάλληλη χρηματοδοτική πλατφόρμα για την άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την εξαγορά μιας τράπεζας. Εκτός από την ανταλλαγή μετοχών σε συνδυασμό με μετρητά, δεν βλέπω πλειάδα άλλων μεθοδολογιών χρηματοδότησης. Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους ξένες τράπεζες θα ενδιαφέρονταν για την εξαγορά ελληνικών τραπεζών, αυτοί προς το παρόν εκλείπουν.

H κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών είναι ήδη προβληματική και η επέκτασή τους στο εξωτερικό παραμένει μετέωρη. Ίσως να υπάρξει ενδιαφέρον για τη μερική εξαγορά χαρτοφυλακίων πελατών η και δικτύου ελληνικών τραπεζών σε συγκεκριμένες χώρες. Αναφέρομαι στην περίπτωση όπου ένας οίκος του εξωτερικού θα ενδιαφερθεί να αγοράσει το δίκτυο μιας ελληνικής τράπεζας σε μια συγκεκριμένη αγορά για λόγους στρατηγικούς. Οι αποτιμήσεις όμως θα εκφράζουν τη σημερινή πραγματικότητα..


Banker's review: Είστε ευχαριστημένος με τον κοινωνικό ρόλο των τραπεζών; Τι παραπάνω θα έπρεπε να γίνει με δεδομένη τη σημερινή δυσμενή συγκυρία;
Nίκος Χαβούτης:
Οι τράπεζες, όπως είπα και παραπάνω, πρέπει να ακολουθούν και να ενισχύουν στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Με αυτό το σκεπτικό θα πρέπει να ενισχύσουν την παιδεία της χώρας, να χρηματοδοτήσουν τους αρίστους για περαιτέρω σπουδές με τη δέσμευση να τους προσλάβουν μετά. Ίσως επίσης οι τράπεζες πρέπει να εξυπηρετήσουν ακόμα πιο ενεργά επενδυτικές προτάσεις, που είναι προς την κατεύθυνση δημιουργίας μιας έντονα εξαγωγικής οικονομίας.

Επίσης θα πρέπει να συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας, χρηματοδοτώντας έντονα όλους τους τομείς που βοηθούν στον περιορισμό των επιμέρους ελλειμμάτων, αξιοποιώντας συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, όπως αναφέρεται και στον σχετικό πίνακα παραπάνω. Έτσι θα περιορίσουμε τις εισαγωγές με πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα και θα ενισχύσουμε τις εξαγωγές. Αυτό θα δώσει στη χώρα το λεγόμενο operating leverage.

Τέλος, θα μου άρεσε να δω τις τράπεζες να γίνονται συμμέτοχοι σε προσπάθειες νέων επιχειρηματιών, υλοποιώντας το put your money where your mouth is. Μπορεί όλες οι παραπάνω παράμετροι που έθεσα να μη φαίνονται απόλυτα κοινωνικές, αλλά όλες τους αποσκοπούν στη δημιουργία ρευστότητας, επενδύσεων και νέων θέσεων εργασίας που είναι απαραίτητα για την πυροδότηση της οικονομίας. Θα ήθελα να σημειώσω ότι, εάν οι ελληνικές τράπεζες δεν κινηθούν άμεσα προς την παραπάνω κατεύθυνση, ο ρόλος τους θα περιοριστεί σημαντικά, δεδομένου ότι τον ρόλο του χρηματοδότη της ανάπτυξης θα τον αναλάβουν είτε τράπεζες του εξωτερικού είτε οργανισμοί του Δημοσίου, που θα δημιουργηθούν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό.


Μπορούν τα εναλλακτικά, φυσικά, δίκτυα, όπως το open24 να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα του κόστους αλλά και των πωλήσεων;
Μπορούν υπό προϋποθέσεις. Θα χρησιμοποιήσω τον όρο Open Bank για να κάνω μια γενικευμένη τοποθέτηση. Πάντα με γνώμονα το ότι η τραπεζική αποτελεί άξονα χρηματοοικονομικής εξυπηρέτησης επιχειρήσεων και ιδιωτών, ο τραπεζικός και χρηματοοικονομικός σύμβουλος πρέπει να είναι τοποθετημένος με τη φιλοσοφία της «εξεύρεσης λύσεων». Οι λύσεις πρέπει να λαμβάνονται από το τι έχει να προσφέρει το σύνολο της τραπεζικής και ασφαλιστικής αγοράς.

Έτσι διασφαλίζεται ότι ο πελάτης δεν κατευθύνεται προς το α η το β προϊόν που παράγει η δική του τράπεζα, αλλά αξιολογεί το σύνολο των προσφορών της αγοράς. Σε αυτή την περίπτωση ο πελάτης μπορεί να καταλήξει στην καλύτερη δυνατή λύση για την ικανοποίηση των αναγκών του (multibank solutions). Κάτω από αυτό το πνεύμα μια διατραπεζική Open Bank έχει θέση όχι μόνο στην ελληνική, αλλά και στη διεθνή αγορά. Με ευέλικτα ωράρια, καταρτισμένους ανθρώπους και σύγχρονα δίκτυα διανομής, αλλά κυριότερα με προϊόντα που προέρχονται από το σύνολο της αγοράς και όχι μιας τράπεζας ή ενός ασφαλιστικού οργανισμού, η διατραπεζική Open Bank έχει τον πρώτο λόγο για να δώσει την κατάλληλη λύση σε κάθε χρηματοοικονομική ανάγκη.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι ένας ιδιώτης θα εκδηλώσει την ανάγκη για ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα νοσοκομειακού χαρακτήρα. Είναι πιο πιθανό ότι θα εξυπηρετηθεί καλύτερα από έναν σύμβουλο που βλέπει το σύνολο της αγοράς, παρά από έναν υπάλληλο συγκεκριμένης τράπεζας ή ασφαλιστικής εταιρίας. Μια Open Bank λοιπόν που θα ήταν διατραπεζική και όχι μονοτραπεζική με τα υποδίκτυά της –multibank / multichannel– θα προσέδιδε μεγάλη αξία στους ιδιώτες στις μικρές επιχειρήσεις αλλά και στην ελληνική οικονομία γενικότερα. Δεδομένης δε της εξαιρετικής δομής κόστους, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σαφώς διαφοροποιημένο και αξιόλογο επιχειρηματικό μοντέλο.

Τι θα θέλατε να δείτε για να αγοράσετε τραπεζικές μετοχές;
Ήδη διαπραγματεύονται σε σημαντικά discount. Η ερώτηση είναι πόσο σημαντικά. Διότι η αποτίμηση των ελληνικών τραπεζών μπορεί να φαίνεται χαμηλή μεν, αλλά τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάλυση των οικονομικών τους μεγεθών σε συνδυασμό με την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική οικονομία σήμερα, τις εγγυήσεις του Δημοσίου που έχουν ήδη αντλήσει, και τα κεφάλαια που αναμένεται να αντλήσουν στο άμεσο μέλλον δημιουργούν πολλά ερωτήματα που αφορούν τους δείκτες επισφάλειας των τραπεζών στους τομείς της καταναλωτικής, στεγαστικής και επαγγελματικής πίστης.

Η ξεκάθαρη εμφάνιση των δανειακών επισφαλειών είναι ένα θέμα. Πολλοί αναλυτές περιμένουν τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας που διενέργησε η Black Rock για να μπορέσουν φτάσουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα. Αυτά τα αποτελέσματα, κατά το μάλλον ή ήττον, θα αποτελέσουν σημαντικότατο κριτήριο βιωσιμότητας για τις ελληνικές τράπεζες, δεδομένου ότι ήδη γνωρίζουμε το μέγεθος της ζημιάς που υπέστησαν από το PSI. Οι ίδιες οι τράπεζες βεβαίως γνωρίζουν το αποτέλεσμα που αφορά στην κάθε μια ατομικά.  Το ίδιο και η Τράπεζα της Ελλάδος.  Εκτιμώ ότι μετά την διευθέτηση του PSI, η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων ποιότητας των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, θα αποτελέσει μέγα θέμα για την βιωσιμότητα των ελληνικών τραπεζών.

Θα προκύψουν σημαντικότατα ερωτήματα για την επάρκεια διαχείρισης τους, και κλήσεις προς περαιτέρω χρηματοδότηση είτε από τους μετόχους, είτε από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.  Εκεί θα ανοίξει και ο διάλογος για την πιθανότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών. Ήδη αρκετές μεγάλες τράπεζες έχουν αρνητική καθαρή θέση.  Δεν θα επεκταθώ πάνω σε αυτό το θέμα, διότι είναι πολύ μεγάλο και κατά την προσωπική μου εκτίμηση θα απασχολήσει τον ερχόμενο Υπουργό Οικονομικών αλλά και τον νέο Πρωθυπουργό.  Το θέμα θα αγγίξει όλη την Ελληνική Οικονομία.

Banker's Review (T. 027)
« 1 2 3 4 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778