Banker's Review Online - Νομισματικό σύστημα και τράπεζες στην αρχαιότητα

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

International Banking

Νομισματικό σύστημα και τράπεζες στην αρχαιότητα

12 Νοεμβρίου 2010 | 12:46 Γράφει η Αθηνά  Μπάλλα Topics: International,Πιστοληπτική συμπεριφορά,Πολιτισμός,Συλλογές

Το νόμισμα ως πρώιμο προϊόν κοινωνικών συμβάσεων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και διαρκέστερες επινοήσεις του ανθρώπου για τη διευκόλυνση και τον εξορθολογισμό των εμπορικών συναλλαγών. Η εξέλιξη του νομισματικού και τραπεζικού συστήματος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι μια ιστορία με πολλές επαναλήψεις.

Την πρώτη προσπάθεια εκχρηματισμού της οικονομίας θα πρέπει να την αναζητήσουμε, σύμφωνα με την Ελένη Παπαευθυμίου, αρχαιολόγο-νομισματολόγο και επιμελήτρια της νομισματικής συλλογής του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, στη Μεσοποταμία ανάμεσα στο 2200 π.Χ. και 1800 π.Χ., όπου εμφανίστηκε το σέκελ, αρχικά μονάδα μέτρησης μάζας και αργότερα νομισματική (μέχρι τις μέρες μας).

Στον ελλαδικό χώρο, οι Μυκηναίοι χρησιμοποιούν το τάλαντο, το οποίο έχει το σχήμα δοράς βοειδούς και πιθανόν, αρχικά τουλάχιστον, την αξία ενός  βοδιού. Πρόκειται για ένα βαρύ (περίπου 25 κιλά), και ως εκ τούτου δύσχρηστο «νόμισμα», το οποίο ως ζυγισμένο μέταλλο απέκτησε συγκεκριμένη πάνω κάτω αξία. Σε ένα επόμενο στάδιο χρησιμοποιήθηκε ο οβελός (οβολός), ράβδος από σίδηρο, μήκους 1 ως 1,5 μέτρα, όμοιος με τους μαγειρικούς οβελούς, τις σούβλες. Εξι οβολοί ισοδυναμούν με μία δραχμή, καθώς η χούφτα / η δράκα τόσους μπορούσε να κρατήσει. Τα πρώτα νομίσματα εντοπίζονται στην Ιωνία τον 7ο αι. π.Χ.

Εκεί, στο θησαυρό του ναού της Αρτέμιδας στην Εφεσο, βρέθηκαν 24  λυδικά και ελληνικά νομίσματα των 8 γραμμ. από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου, το οποίο βρισκόταν σε αφθονία στην άμμο του ποταμού Πακτωλού. Δεν γνωρίζουμε αν τα πρώτα νομίσματα χρησίμευσαν ως δώρα μεταξύ ηγεμόνων, αλλά είναι σαφές ότι κόβονταν για τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών αλλά και ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στρατιώτες σε τοπικούς ηγεμόνες.

Στον ελλαδικό χώρο διαδεδομένα νομίσματα ήταν οι χελώνες της Αίγινας, οι πώλοι της Κορίνθου και το περίφημο αθηναϊκό τετράδραχμο. Το τελευταίο ήταν από τα ισχυρότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου, λόγω της πολιτικής και εμπορικής ισχύος των Αθηνών, η οποία εγγυάτο τη σωστή περιεκτικότητα σε άργυρο και σταθερό βάρος. Οι Αθηναίοι στα μέσα του 5ου αιώνα απαγορεύουν την έκδοση άλλου αργυρού νομίσματος και επιβάλλουν σε όλα τα μέλη της αθηναϊκής συμμαχίας το δικό τους νόμισμα, εγκαινιάζοντας μια εκδοχή του ευρώ.

Αργυραμοιβοί και τραπεζίτες
Σύμφωνα με την Ε. Παπαευθυμίου, η πορεία της αρχαίας πόλης προς ένα δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης ευνόησε την αστικοποίηση, έδωσε ώθηση στις αγορές, ενώ παράλληλα δημιούργησε ανάγκες όπου το χρήμα ήταν απαραίτητο. Η κατασκευή δημοσίων έργων, η ναυπήγηση πλοίων, η φορολογία, το χρηματιστήριο των εμπορευμάτων στο κτήριο του Δείγματος στον Πειραιά, εκτός από τις εμπορικές συναλλαγές είναι μόνο μερικές «εργασίες» στις οποίες το χρήμα παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. υπάρχουν αργυραμοιβοί και τραπεζίτες στην Αγορά, όπου τους εντόπισε η αρχαιολογική έρευνα, οι οποίοι εξυπηρετούν τους ξένους που θέλουν να ανταλλάξουν το νόμισμά τους με αθηναϊκές δραχμές, ζυγίζοντας τα ξένα νομίσματα και ελέγχοντας την καθαρότητά τους, τρίβοντάς τα στη λυδία λίθο. Για τον έλεγχο και την ανταλλαγή των νομισμάτων έπαιρναν προμήθεια γύρω στο 5%-6%. Αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά ευγενή μέταλλα, υπήρχε μια επιπλέον επιβάρυνση.

Την πρώτη προσπάθεια εκχρηματισμού της οικονομίας θα πρέπει να την αναζητήσουμε, σύμφωνα με την Ελένη Παπαευθυμίου, αρχαιολόγο-νομισματολόγο και επιμελήτρια της νομισματικής συλλογής του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, στη Μεσοποταμία ανάμεσα στο 2200 π.Χ. και 1800 π.Χ., όπου εμφανίστηκε το σέκελ, αρχικά μονάδα μέτρησης μάζας και αργότερα νομισματική (μέχρι τις μέρες μας).

Στον ελλαδικό χώρο, οι Μυκηναίοι χρησιμοποιούν το τάλαντο, το οποίο έχει το σχήμα δοράς βοειδούς και πιθανόν, αρχικά τουλάχιστον, την αξία ενός  βοδιού. Πρόκειται για ένα βαρύ (περίπου 25 κιλά), και ως εκ τούτου δύσχρηστο «νόμισμα», το οποίο ως ζυγισμένο μέταλλο απέκτησε συγκεκριμένη πάνω κάτω αξία. Σε ένα επόμενο στάδιο χρησιμοποιήθηκε ο οβελός (οβολός), ράβδος από σίδηρο, μήκους 1 ως 1,5 μέτρα, όμοιος με τους μαγειρικούς οβελούς, τις σούβλες. Εξι οβολοί ισοδυναμούν με μία δραχμή, καθώς η χούφτα / η δράκα τόσους μπορούσε να κρατήσει. Τα πρώτα νομίσματα εντοπίζονται στην Ιωνία τον 7ο αι. π.Χ.

Εκεί, στο θησαυρό του ναού της Αρτέμιδας στην Εφεσο, βρέθηκαν 24  λυδικά και ελληνικά νομίσματα των 8 γραμμ. από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου, το οποίο βρισκόταν σε αφθονία στην άμμο του ποταμού Πακτωλού. Δεν γνωρίζουμε αν τα πρώτα νομίσματα χρησίμευσαν ως δώρα μεταξύ ηγεμόνων, αλλά είναι σαφές ότι κόβονταν για τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών αλλά και ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στρατιώτες σε τοπικούς ηγεμόνες.

Στον ελλαδικό χώρο διαδεδομένα νομίσματα ήταν οι χελώνες της Αίγινας, οι πώλοι της Κορίνθου και το περίφημο αθηναϊκό τετράδραχμο. Το τελευταίο ήταν από τα ισχυρότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου, λόγω της πολιτικής και εμπορικής ισχύος των Αθηνών, η οποία εγγυάτο τη σωστή περιεκτικότητα σε άργυρο και σταθερό βάρος. Οι Αθηναίοι στα μέσα του 5ου αιώνα απαγορεύουν την έκδοση άλλου αργυρού νομίσματος και επιβάλλουν σε όλα τα μέλη της αθηναϊκής συμμαχίας το δικό τους νόμισμα, εγκαινιάζοντας μια εκδοχή του ευρώ.

Αργυραμοιβοί και τραπεζίτες
Σύμφωνα με την Ε. Παπαευθυμίου, η πορεία της αρχαίας πόλης προς ένα δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης ευνόησε την αστικοποίηση, έδωσε ώθηση στις αγορές, ενώ παράλληλα δημιούργησε ανάγκες όπου το χρήμα ήταν απαραίτητο. Η κατασκευή δημοσίων έργων, η ναυπήγηση πλοίων, η φορολογία, το χρηματιστήριο των εμπορευμάτων στο κτήριο του Δείγματος στον Πειραιά, εκτός από τις εμπορικές συναλλαγές είναι μόνο μερικές «εργασίες» στις οποίες το χρήμα παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. υπάρχουν αργυραμοιβοί και τραπεζίτες στην Αγορά, όπου τους εντόπισε η αρχαιολογική έρευνα, οι οποίοι εξυπηρετούν τους ξένους που θέλουν να ανταλλάξουν το νόμισμά τους με αθηναϊκές δραχμές, ζυγίζοντας τα ξένα νομίσματα και ελέγχοντας την καθαρότητά τους, τρίβοντάς τα στη λυδία λίθο. Για τον έλεγχο και την ανταλλαγή των νομισμάτων έπαιρναν προμήθεια γύρω στο 5%-6%. Αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά ευγενή μέταλλα, υπήρχε μια επιπλέον επιβάρυνση.


Τράπεζες με την εγγύηση του Θεού ή του Πασίωνα
Η φύλαξη των χρημάτων και άλλων αντικειμένων στις τράπεζες συνήθως ήταν δωρεάν. Τα μεγάλα Ιερά συγκεντρώνουν τον πλούτο των κατοίκων των γύρω περιοχών, προσφέροντας ασφάλεια στις καταθέσεις τους τις οποίες όμως χρησιμοποιούν προς δανεισμό. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι το ιερό της Δήλου δάνειζε ακόμα και τα γύρω νησιά.

Για σταθερά δάνεια μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%, ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των τρεχόντων δανείων. Ωστόσο, αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «πετύχαινε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν πιο συμφέροντα, με  επιτόκιο κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών, αλλά με μεγαλύτερο χρόνο αναμονής αφού έπρεπε να πάρουν έγκριση από τις αρχές της πόλης.

Οι ιδιώτες τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο.

Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι' αυτό οι δανειολήπτες στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες οι οποίοι αναζητούσαν  τρόπους να αυξήσουν τα έσοδά τους. Σε κάθε περίπτωση οι συμβαλλόμενοι υπέγραφαν συμβόλαια και ο νόμος επέβαλλε  την τήρηση της συμφωνίας, εκτός κι αν αποδεικνυόταν απάτη. Η πρόβλεψη της απάτης μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις αθέτησης της συμφωνίας.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα θαλασσοδάνεια, στα οποία ο τόκος του δανείου ήταν υψηλός λόγω του ρίσκου που αναλάμβαναν οι πιστωτές και των σημαντικών πιθανοτήτων απώλειας σκάφους και εμπορεύματος (ακόμα και εσκεμμένα). Γι’ αυτό το λόγο έχει φτάσει στα χέρια μας ένας μεγάλος αριθμός σχετικών δικαστικών αποφάσεων.

Ηταν δε τόσο μεγάλο  το ρίσκο, ώστε υπήρχαν επιχειρηματικές προτάσεις να αναλάβει η ίδια η πόλη τη συγκέντρωση κεφαλαίων με την εθελοντική συμμετοχή των πολιτών σε δραστηριότητες, όπως χορήγηση εντόκων δανείων σε επιχειρηματίες, κατασκευή ξενοδοχείων και εμπορικών σταθμών, ναυπήγηση πλοίων με σκοπό την ενοικίαση καθώς και αναζήτηση νέων κοιτασμάτων αργύρου στο Λαύριο.

Εκτός από καταθέσεις και δάνεια, οι τράπεζες διαχειρίζονταν περιουσίες, εξέδιδαν εντολές προς τρίτους και έδιδαν επιστολές για εξόφληση χρημάτων από άλλες τράπεζες άλλων πόλεων, που είχαν συνεργασία. Bέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που τραπεζίτες παίρνουν δημόσιο χρήμα από τα Ιερά για να χρηματοδοτήσουν κυρίως ναυτικά δάνεια. Ετσι, την περίοδο 386-354 π.Χ., ο Οπισθόδομος του ιερού πυρπολήθηκε από τους υπεύθυνους του ταμείου της θεάς Αθηνάς, οι οποίοι είχαν δανείσει κρυφά τράπεζες που δεν κατάφεραν να πάρουν πίσω τα δανείσματα. Ετσι, αποφάσισαν να κάψουν τον Οπισθόδομο για να γλιτώσουν τις συνέπειες. Η απάτη, όμως, αποκαλύφθηκε και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν.

Γενικά, οι τραπεζίτες δεν δρουν ανεξέλεγκτοι και ο πολίτης μπορεί να καταφύγει στη δικαιοσύνη εάν η τράπεζα δεν τηρήσει τα  συμφωνηθέντα ή δεν σεβαστεί τις ισοτιμίες “συναλλάγματος”. Αυστηρή νομοθεσία υπήρχε και για τους κιβδηλοποιούς. Ο Δημοσθένης αναφέρει ότι από παλιά υπήρχε νόμος της Αθήνας, σύμφωνα με τον οποίον «εάν τις το νόμισμα διαφθείρει θάνατον την ζημίαν είναι».

Για τον έλεγχο της γνησιότητας των νομισμάτων, οι Αθηναίοι θεσμοθέτησαν το αξίωμα του δοκιμαστού. Δοκιμαστής υπήρχε τόσο στην αθηναϊκή Αγορά όσο και στον Πειραιά και είχε συγκεκριμένη θέση, κοντά στις τράπεζες, εκτός από τις μέρες που γίνονταν δημόσιες πληρωμές, οπότε πήγαινε στο Βουλευτήριο.

Πωλείται η πατρική περιουσία;
Κατά τη διάρκεια της συλλογής του υλικού για τη σύνταξη του άρθρου δημιουργήθηκε η απορία εάν υπήρχαν περιπτώσεις γόνων πλουσίων οικογενειών, της αρχαϊκής και κλασικής εποχής, που ρευστοποιούσαν τις περιουσίες τους προκειμένου να  ζήσουν μια πιο άνετη ζωή. Η Ε. Παπαευθυμίου μας έβαλε στο ιστορικό και αξιακό πλαίσιο της εποχής που εξετάζουμε.

Οι άνθρωποι ζούσαν μακριά από οποιαδήποτε αίσθηση πολυτέλειας ή καταναλωτισμού. Η ζωή τους ήταν πολύ απλή. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ο ίδιος ο Φίλιππος Β’, ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος κατέλαβε το Παγγαίο και τα ορυχεία χρυσού, είχε μόνο ένα χρυσό ποτήρι. Η κατασπατάληση της πατρικής περιουσίας προκαλούσε την κοινωνική αποδοκιμασία γιατί η γη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την «εθνική ταυτότητα». Δικαίωμα ιδιοκτησίας γης έχουν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες όχι οι ξένοι, γι’ αυτό το λόγο βλέπουμε τους μετοίκους να γίνονται επιχειρηματίες και τραπεζίτες, καθώς ο δρόμος προς την κατοχή γης ήταν κλειστός.

Το επιχειρείν εστίν αγαθόν
Η επιχειρηματική δραστηριότητα αναπτύχθηκε προς πολλούς και διαφορετικούς τομείς. Σε όλη την Αττική υπάρχουν διάσπαρτες βιοτεχνίες που παράγουν προϊόντα  όπως ενδύματα, έπιπλα, όπλα, κεραμικά. Τα τελευταία, λόγω της ποιότητας και της υψηλής αισθητικής αξίας, αποτελούν σημαντικό κομμάτι των εξαγωγών. Και ενώ θα περιμέναμε ο επιχειρηματίας βλέποντας την αύξηση της ζήτησης να επεκτείνει την επιχείρησή του αγοράζοντας δούλους και επενδύοντας σε εξοπλισμό, τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Ο βιοτέχνης της αρχαίας Αθήνας, επισημαίνει η Ε. Παπαευθυμίου, δεν επιδιώκει μόνο τη μεγιστοποίηση του κέρδους του, αλλά και τη διατήρηση της υψηλής ποιότητας, της επωνυμίας και της μοναδικότητας.

Οι εισαγωγές σιτηρών ήταν ένας άλλος κερδοφόρος τομέας για τους επιχειρηματίες. Η Αθήνα δεν διέθετε μεγάλη δική της παραγωγή σιτηρών, έπρεπε λοιπόν να εισάγει τα δημητριακά που κατανάλωνε και τα οποία καθόριζαν τις συμμαχίες και γενικότερα την εξωτερική πολιτική.

Η εκμίσθωση δούλων και η διάθεσή τους σε όσους είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ήταν ένας άλλος τομέας. Μεγαλύτερου ρίσκου δραστηριότητα αλλά εξαιρετικά επικερδής ήταν η εκμίσθωση έκτασης γης στο Λαύριο για εξόρυξη μετάλλου. Τα μεταλλεία ανήκαν στο δήμο Αθηναίων, ο οποίος τα νοίκιαζε σε ελεύθερους πολίτες ή μετοίκους. Το έργο της μίσθωσης αναλάμβαναν οι πωληταί και τα συμβόλαια των μισθώσεων αναγράφονταν σε λίθινες στήλες στην Αγορά, όπου και βρέθηκαν. Η εκμίσθωση γινόταν με τη μέθοδο της πλειοδοσίας, έτσι το κράτος βρισκόταν κερδισμένο σε κάθε ανανέωση συμβολαίου.

Αλλος τομέας δράσης ήταν η ανακάλυψη και αξιοποίηση ευκαιριών. Ολοι γνωρίζουμε ότι ο Θαλής ο Μιλήσιος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, αναζητούσε την αρχή του σύμπαντος και μελετούσε την κίνηση των ουράνιων σωμάτων. Είχε μάλιστα εντοπίσει το ετερόφωτο της Σελήνης και είχε προβλέψει με επιτυχία μια ηλιακή έκλειψη. Οι γνώσεις αυτές, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, του επέτρεψαν να προβλέψει αυξημένη παραγωγή σε ελιές και λάδι. Δανείστηκε τα απαιτούμενα κεφάλαια και νοίκιασε όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου και της Χίου σε πολύ χαμηλή τιμή, αφού και η ζήτηση ήταν χαμηλή. Οταν ήρθε η εποχή της συγκομιδής είχε το πλεονέκτημα του μονοπωλίου, το οποίο θα πρέπει να εκμεταλλεύτηκε ανάλογα.

Ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ των αρχαίων
Η Αθήνα έδινε δυνατότητες που μπορούμε να βρούμε σε μια ελεύθερη οικονομία, προσβλέποντας σε αύξηση των φορολογικών εσόδων της πόλης. Φόρους πληρώνουν, κυρίως, οι μέτοικοι (ξένοι που έχουν επιχειρήσεις στην Αθήνα) και οι πλούσιοι Αθηναίοι. Η Λειτουργία αποτελούσε την πιο εφευρετική μορφή φορολογίας γιατί ήταν περιβεβλημένη με μεγάλη δόξα και τιμές για το φορολογούμενο.

Πλούσιοι επιχειρηματίες, οι οποίοι είχαν αποκτήσει χρήματα από μεταλλευτικές ή εμπορικές δραστηριότητες, αναλάμβαναν μεγάλα έργα, όπως τη συντήρηση ενός πολεμικού πλοίου και του πληρώματος (τριηραρχία), την κάλυψη των εξόδων για θρησκευτικά δείπνα κατά τη διάρκεια γιορτών (εστίαση), την κάλυψη των δαπανών της αποστολής επίσημων αντιπροσωπειών σε μεγάλα ιερά (θεωρία), την ανάληψη της δαπάνης για την προετοιμασία του χορού, τις θρησκευτικές εκδηλώσεις και τις παραστάσεις των δραματικών αγώνων (χορηγία). Η χορηγία στοίχιζε 300-5.000 δρχ., όταν τον 5ο αιώνα ο ετήσιος μισθός της ιέρειας της Αθηνάς Νίκης ήταν 50 δρχ., το ημερομίσθιο του εργάτη 1 δρχ. και ένα ζευγάρι παπούτσια κόστιζε 8 δρχ. Χρειαζόταν τόλμη για να αρνηθεί κάποιος αυτό το σημαντικό έξοδο.

Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε να υποδείξει κάποιον άλλον, που θεωρούσε πιο πλούσιο, και να προτείνει αντίδοση (ανταλλαγή των περιουσιών τους ώστε να είναι σε θέση να αναλάβει το έργο) σε περίπτωση που ο πλουσιότερος κατ’ αυτόν πολίτης αρνείτο. Αν ο άλλος πολίτης αρνιόταν, τότε η ανάθεση γινόταν από τα αρμόδια δικαστήρια. Με αυτό τον τρόπο οι επιχειρηματίες επιστρέφουν μέρος των κερδών τους στην κοινωνία, καταξιώνοντας ταυτόχρονα την επιχειρηματική  κερδοφορία.

Τα πονηρά χαλκία
Πολεμικές συγκρούσεις και φυσικές καταστροφές που επηρέαζαν τη γεωργική παραγωγή δημιουργούσαν κρίσεις, οι οποίες αντιμετωπίζονταν με εξοικονόμηση του πολύτιμου μετάλλου. Για παράδειγμα, η Αθήνα κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου χάνει την πρόσβασή της στα μεταλλεία του Λαυρίου και λιώνει τα αγάλματα με τις χρυσές Νίκες της Ακρόπολης για να αντιμετωπίσει τα έξοδα του πολέμου, ενώ ψηφίζεται νόμος στην Εκκλησία του Δήμου που επιτρέπει το 406/5 π.Χ. την κυκλοφορία νοθευμένων νομισμάτων («πονηρών χαλκίων»), δηλαδή υπόχαλκων αθηναϊκών τετραδράχμων με τους ίδιους τύπους, στα οποία έδωσαν αγοραστική αξία ίση με εκείνη των αργυρών διωβόλων, ενώ η ονομαστική τους αξία ήταν αυτή των τετραδράχμων. Επίσης κυκλοφόρησαν και «στατήρες κιβδήλους κατακεχρυσωμένους», όπου ανέμειξαν χρυσό με χαλκό.

Βέβαια, οι πολίτες αντέδρασαν σε αυτή την πρακτική, όπως φαίνεται από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη (Εκκλησιάζουσες)  από τον αγρότη που πήγε να πουλήσει τα προϊόντα του στην αγορά και εκεί έμαθε ότι τα υπόχαλκα δεν περνούσαν πια.

Από ένα ψευδοαριστοτελικό κείμενο (Οικονομικά XXIV, 292, 3) μαθαίνουμε και για μια άλλη κοπή χάλκινων νομισμάτων στην οποία προχώρησαν οι Αθηναίοι το δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Τη φορά αυτή πήραν, όμως, συγχρόνως και άλλα μέτρα που ελαχιστοποιούσαν τις απώλειες των πολιτών. Συγκεκριμένα, όταν ο στρατηγός Τιμόθεος πολεμούσε στην Ολυνθο, το 360 π.Χ., είχε άμεση ανάγκη αργυρών νομισμάτων προκειμένου να αντεπεξέλθει στις ανάγκες των πολεμικών επιχειρήσεων. Ετσι πλήρωσε τους στρατιώτες του με χάλκινα νομίσματα. Καθώς εκείνοι δυσανασχετούσαν, έδωσε στα νομίσματα αυτά ίση αξία με τα ασημένια και οι κάτοχοί τους μπορούσαν με αυτά να αγοράζουν από τους εμπόρους της Αθήνας ότι ήθελαν. Τα χάλκινα νομίσματα που τυχόν θα έμεναν στα χέρια των εμπόρων, το αθηναϊκό κράτος αναλάμβανε τη δέσμευση να τους τα ανταλλάξει με ισόποσα αργυρά.

Πρόκειται για δέσμη μέτρων που, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμόστηκε και στις ημέρες μας. Εχουμε δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες το κράτος, για να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους σε δύσκολες καταστάσεις, εξέδωσε ομόλογα αναγκαστικού δανείου, με τα οποία οι κάτοχοί τους μπορούσαν να εξοφλούν φόρους του Δημοσίου ή να αγοράζουν κτήματα του Δημοσίου, με την αναγραφόμενη σε αυτά αξία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο η Αθήνα όσο και οι άλλες πόλεις που προχώρησαν στην αρχαιότητα σε «νόθευση» του νομίσματός τους, π.χ. με την κυκλοφορία χάλκινων, υπόχαλκων ή σιδερένιων νομισμάτων, κατάφεραν με τη λήψη, βέβαια, και άλλων μέτρων να συντομεύσουν τη διάρκεια της «κιβδηλίας» και να ξεπεράσουν με επιτυχία τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν.

Ο παππούς του ευρώ
Η πολιτική και νομισματική ενοποίηση ήταν κάτι που εφάρμοσαν οι πόλεις-κράτη στην αρχαιότητα. Χαρακτηριστική περίπτωση, εκτός από την Αθηναϊκή συμμαχία που αναφέρθηκε παραπάνω, με μεγαλύτερη διάρκεια αλλά και ευρύτερη συμμετοχή ήταν η Αχαϊκή Συμπολιτεία. Οι «Βρυξέλλες» της εποχής βρίσκονταν στο Αίγιο, όπου και συγκεντρώνονταν δυο φορές το χρόνο οι αντιπρόσωποι των πόλεων και λάμβαναν κοινές αποφάσεις. Μαρτυρούνται μάλιστα κοινοί νόμοι, νόμισμα και κοινοί βουλευτές και δικαστές. Στο δε κοινό νόμισμα που έκοψαν, εικονίζεται ο Ομαγύριος Δίας (ο θεός που συναθροίζει), ενώ στην άλλη όψη το μονόγραμμα ΑΧ με δάφνινο στεφάνι καθώς και ονόματα και σύμβολα που αναφέρονταν σε κάθε πόλη μέλος, παραπέμποντάς μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο σύγχρονο ευρώ.

Η Νομισματική Συλλογή του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού (ΙΜΕ)
Το ΙΜΕ αγόρασε στις 29 Νοεμβρίου 2007 από ένα γερμανό συλλέκτη μια συλλογή 13.689 νομισμάτων και αντικειμένων.

Η δημιουργία της συλλογής, η οποία καταρτίστηκε από τρεις γενεές της ίδιας οικογένειας, διέπεται από τα ανθρωπιστικά ευρωπαϊκά ιδεώδη του 19ου και των αρχών του 20 αι., διότι τα νομίσματα, ως κατάλοιπα του παρελθόντος είναι στενά συνδεδεμένα με την αρχαία ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό των ελληνικών πόλεων και βασιλείων.

Η συλλογή απαρτίζεται από 12.854 αρχαία ελληνικά νομίσματα, που χρονολογούνται από τον 6ο αι. π.Χ. έως και τον 4ο αι. μ.Χ., 254 βυζαντινά νομίσματα, 320 βυζαντινά μολυβδόβουλα, 104 αραβο-βυζαντινά νομίσματα των Αρτουκιδών, 99 σφραγίδες και σταθμία και 58 μικρο-αντικείμενα.

Τα νομίσματα αντιπροσωπεύουν τις περισσότερες περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, από τη σημερινή Γαλλία έως την Αίγυπτο, με έμφαση στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και της Μικράς Ασίας.

Το ΙΜΕ αποφάσισε να αγοράσει τη συλλογή, όχι μόνον διότι επαναπάτρισε ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας αλλά και λόγω της γεωγραφικής της επικέντρωσης, η οποία συμπίπτει με τους στόχους του, αφού καλύπτει τις περιοχές του ελληνισμού τις οποίες μελετά.

Who is who
Η Δρ. Ελένη Παπαευθυμίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι γραφικές τέχνες, ιστορία της τέχνης, αρχαιολογία, αρχαία ιστορία και νομισματική. Υποστήριξε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης με επιβλέποντα καθηγητή τον ακαδημαϊκό καθηγητή Georges Le Rider. Η διδακτορική της διατριβή, «Edessa de Macedoine. Etude historique et numismatique», δημοσιεύτηκε το 2002 και βραβεύτηκε από  την Γαλλική Ακαδημία και την Association pour l’encouragement des Etudes grecques en France.

Ως αρχαιολόγος συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές στη Γαλλία και στην Ελλάδα, καθώς και στην ανασκαφή της Βεργίνας με τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο. Ως νομισματολόγος-πραγματογνώμων δούλεψε σε μεγάλους δημοπρατικούς οίκους στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Το 2008 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάζεται ως υπεύθυνη της νεοαποκτηθείσης συλλογής 13.500 νομισμάτων στο Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού στην Αθήνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αν. Καραγιάννης, Αρχαιοελληνική πρωτοπορία στα οικονομικά, Παπαζήσης
Αν. Καραγιάννης, Χρ. Μπαλόγλου, Η επιχειρηματικότητα στην αρχαία ελληνική οικονομία, Ακαδημία Αθηνών
Α. Κρασανάκης, Νομισματική ιστορία και αρχαία νομίσματα Κρήτης
Κ. Κεραμάρης, Η Λαυρεωτική κατά τους αρχαίους και νεότερους χρόνους. Τα μεταλλεία του Λαυρίου
Κ. Μπουρλετίδης, Αρχαίο επιχειρηματικό πνεύμα αθάνατο
Στ. Φραγκόπουλος, Ιστορία της τεχνολογίας
http://www.nma.gr/
www.coinsmania.gr
www.ime.gr/chronos/gr.

Banker's Review (T. 018)
« 1 2 3 4 ... 5 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778