Banker's Review Online - Βασιλεία ΙΙΙ: Με στόχο την ενίσχυση της σταθερότητας

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Risk Management

Βασιλεία ΙΙΙ: Με στόχο την ενίσχυση της σταθερότητας

16 Μαΐου 2013 | 17:31 Γράφει η Αγγελική  Κορρέ Topics: Compliance

Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση και οι τεράστιες συνέπειες αυτής τόσο στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα όσο και στην παγκόσμια οικονομία, οδήγησαν στην ανάγκη αναθεώρησης του υπάρχοντος κανονιστικού πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ, και στη δημιουργία ενός νέου, της Βασιλείας ΙΙΙ, που στόχο έχει την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος διεθνώς.

Oταν εκδηλώθηκε η χρηματοπιστωτική κρίση οι περισσότερες τράπεζες δεν παρουσίαζαν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ τα περισσότερα κράτη είχαν ήδη ενσωματώσει στις νομοθεσίες τους τις επιταγές της Βασιλείας ΙΙ. Παρόλα αυτά, η κρίση δεν απετράπη αφού τα προβλήματα που ανέκυψαν αποδείχτηκαν πιο σύνθετα.

Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες παρουσίαζαν υψηλά επίπεδα μόχλευσης, τα οποία είχαν επιπτώσεις τελικά στην κεφαλαιακή τους επάρκεια. Σε αυτό συνεπικουρούσε και το κανονιστικό πλαίσιο και στην προσπάθεια για επίτευξη της επιθυμητής κεφαλαιακής επάρκειας, οι τράπεζες οδηγήθηκαν στην υιοθέτηση ρυθμιστικού αρμπιτράζ μέσα από μαζικές τιτλοποιήσεις απαιτήσεων. Ταυτόχρονα, οι τραπεζικοί οργανισμοί δεν διέθεταν την απαιτούμενη ρευστότητα που θα τους επέτρεπε να ανταποκριθούν στις προκλήσεις που δημιούργησε η κρίση. Μέχρι τότε, ο διατραπεζικός δανεισμός ήταν μια συμφέρουσα λύση για την τόνωση της ρευστότητάς τους.

Με το ξέσπασμα της κρίσης όμως, η εξεύρεση ρευστών διαθεσίμων δεν ήταν πια εύκολη, με αποτέλεσμα οι τράπεζες ολοένα και περισσότερο να στρέφονται στις κεντρικές τράπεζες για στήριξη. Τέλος, το κανονιστικό πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, που προέβλεπε τον υπολογισμό της κάλυψης των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου, δεν περιελάμβανε τον συστημικό κίνδυνο που τελικά έμελλε να είναι και η αιτία εκδήλωσης της κρίσης.

Η έλλειψη επαρκών κανόνων μακρο-προληπτικής φύσεως για την αποφυγή του συστημικού κινδύνου, η ανεπαρκής μικρο-προληπτική εποπτεία στα τραπεζικά ιδρύματα, τα λανθασμένα εσωτερικά κριτήρια αξιολόγησης της απόδοσης των στελεχών των τραπεζικών οργανισμών, τα απαρχαιομένα τραπεζικά λογιστικά πρότυπα και η προβληματική δημοσιονομική πολιτική των χωρών, είχαν ως αποτέλεσμα πολλές τράπεζες παγκοσμίως να μην μπορούν να απορροφήσουν τις ζημιές που προέκυψαν λόγω της κρίσης, ενώ και η πίεση από τις αγορές για τη  μείωση της μόχλευσης των τραπεζών ήταν μεγάλη. 

Η πρώτη συμφωνία της Βασιλείας για την παγκόσμια ρύθμιση των τραπεζών, που υιοθετήθηκε το 1988, ήταν 30 σελίδες και βασιζόταν σε απλή αριθμητική. Η τελευταία αναθεώρησή της, η Βασιλεία ΙΙΙ, αριθμεί 509 σελίδες και περιλαμβάνει 78 σύνθετες εξισώσεις. Η πολυπλοκότητά της αντανακλά όσα έχουν συμβεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια, καθώς οι κυβερνήσεις που διοχέτευσαν 600 δισ. δολάρια στη διάσωση προβληματικών τραπεζών αναζήτησαν τρόπους για να καταστήσουν ασφαλέστερο το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα.

Το νέο κανονιστικό πλαίσιο
Η Βασιλεία ΙΙΙ θεωρείται από τους ειδικούς ως η πιο σημαντική αντίδραση της Επιτροπής της Βασιλείας στην πρόσφατη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι διατάξεις του αναθεωρημένου πλέον κανονιστικού πλαισίου για τις διεθνείς τράπεζες επιδιώκουν την ενίσχυση της σταθερότητας του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης της μικρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης στη λειτουργία των τραπεζών –με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους σε περιόδους έντασης-, καθώς και της αντιμετώπισης, μέσω μακρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης, του συστημικού κινδύνου που μπορεί να εκδηλωθεί στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος, και κυρίως της “προκυκλικής” μεγέθυνσης του εν λόγω κινδύνου σε βάθος χρόνου.

Με λίγα λόγια, με τη Βασιλεία ΙΙΙ επιδιώκεται καταρχήν μια σημαντική ενίσχυση του περιεχομένου των διατάξεων του προηγούμενου πλαισίου και η καθιέρωση καινοτόμων μέσων μικρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης. Το καινούργιο στοιχείο είναι ουσιαστικά η καθιέρωση κανόνων μακρο-προληπτικής παρέμβασης, οι οποίοι δεν προβλέπονταν στη Βασιλεία ΙΙ.

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στη Βασιλεία ΙΙΙ όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, ο ορισμός του κεφαλαίου θα περιλαμβάνει τις κοινές μετοχές και τα αποθεματικά κεφάλαια. Παράλληλα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1, αυξήθηκε από 4% σε 6%. Η απαιτούμενη αναλογία των ιδίων κεφαλαίων προς τα σταθμισμένα με κίνδυνο στοιχεία του ενεργητικού αυξήθηκε επίσης από 2% σε 4,5%.
Στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ τα υποβάλλοντα ίδια κεφάλαια από τα σταθμισμένα στοιχεία του ενεργητικού θα θεωρούνται ως σημείο αναφοράς, αντικαθιστώντας το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1. Οι νέοι κανόνες εισάγουν ένα νέο όριο για το κεφαλαιακό αποθεματικό (buffer) που θα πρέπει  να είναι πάνω από 2,5% και να αποτελείται από κοινές μετοχές.

Η Επιτροπή της Βασιλείας προτείνει επίσης τη σύσταση ενός αντικυκλικού πλεονάσματος κεφαλαίου το οποίο θα κυμαίνεται μεταξύ 0% και 2,5% και θα ισχύει μόνο σε περιπτώσεις υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης.

Ο σκοπός αυτού του κανόνα είναι να διορθωθεί η επίταση των κυκλικών διακυμάνσεων της Βασιλείας ΙΙ, ιδίως σε περιόδους οικονομικής επέκτασης. Επιπλέον, οι προτεινόμενοι κανονισμοί στοχεύουν στην ενίσχυση αυτού του συστήματος με την καθιέρωση ενός δείκτη μόχλευσης της τάξης του 3%, όπου σε κάθε περίπτωση, η αναλογία κεφαλαίων προς το σύνολο του ενεργητικού θα πρέπει να είναι πάνω από το όριο αυτό.

Oταν εκδηλώθηκε η χρηματοπιστωτική κρίση οι περισσότερες τράπεζες δεν παρουσίαζαν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ τα περισσότερα κράτη είχαν ήδη ενσωματώσει στις νομοθεσίες τους τις επιταγές της Βασιλείας ΙΙ. Παρόλα αυτά, η κρίση δεν απετράπη αφού τα προβλήματα που ανέκυψαν αποδείχτηκαν πιο σύνθετα.

Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες παρουσίαζαν υψηλά επίπεδα μόχλευσης, τα οποία είχαν επιπτώσεις τελικά στην κεφαλαιακή τους επάρκεια. Σε αυτό συνεπικουρούσε και το κανονιστικό πλαίσιο και στην προσπάθεια για επίτευξη της επιθυμητής κεφαλαιακής επάρκειας, οι τράπεζες οδηγήθηκαν στην υιοθέτηση ρυθμιστικού αρμπιτράζ μέσα από μαζικές τιτλοποιήσεις απαιτήσεων. Ταυτόχρονα, οι τραπεζικοί οργανισμοί δεν διέθεταν την απαιτούμενη ρευστότητα που θα τους επέτρεπε να ανταποκριθούν στις προκλήσεις που δημιούργησε η κρίση. Μέχρι τότε, ο διατραπεζικός δανεισμός ήταν μια συμφέρουσα λύση για την τόνωση της ρευστότητάς τους.

Με το ξέσπασμα της κρίσης όμως, η εξεύρεση ρευστών διαθεσίμων δεν ήταν πια εύκολη, με αποτέλεσμα οι τράπεζες ολοένα και περισσότερο να στρέφονται στις κεντρικές τράπεζες για στήριξη. Τέλος, το κανονιστικό πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, που προέβλεπε τον υπολογισμό της κάλυψης των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου, δεν περιελάμβανε τον συστημικό κίνδυνο που τελικά έμελλε να είναι και η αιτία εκδήλωσης της κρίσης.

Η έλλειψη επαρκών κανόνων μακρο-προληπτικής φύσεως για την αποφυγή του συστημικού κινδύνου, η ανεπαρκής μικρο-προληπτική εποπτεία στα τραπεζικά ιδρύματα, τα λανθασμένα εσωτερικά κριτήρια αξιολόγησης της απόδοσης των στελεχών των τραπεζικών οργανισμών, τα απαρχαιομένα τραπεζικά λογιστικά πρότυπα και η προβληματική δημοσιονομική πολιτική των χωρών, είχαν ως αποτέλεσμα πολλές τράπεζες παγκοσμίως να μην μπορούν να απορροφήσουν τις ζημιές που προέκυψαν λόγω της κρίσης, ενώ και η πίεση από τις αγορές για τη  μείωση της μόχλευσης των τραπεζών ήταν μεγάλη. 

Η πρώτη συμφωνία της Βασιλείας για την παγκόσμια ρύθμιση των τραπεζών, που υιοθετήθηκε το 1988, ήταν 30 σελίδες και βασιζόταν σε απλή αριθμητική. Η τελευταία αναθεώρησή της, η Βασιλεία ΙΙΙ, αριθμεί 509 σελίδες και περιλαμβάνει 78 σύνθετες εξισώσεις. Η πολυπλοκότητά της αντανακλά όσα έχουν συμβεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια, καθώς οι κυβερνήσεις που διοχέτευσαν 600 δισ. δολάρια στη διάσωση προβληματικών τραπεζών αναζήτησαν τρόπους για να καταστήσουν ασφαλέστερο το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα.

Το νέο κανονιστικό πλαίσιο
Η Βασιλεία ΙΙΙ θεωρείται από τους ειδικούς ως η πιο σημαντική αντίδραση της Επιτροπής της Βασιλείας στην πρόσφατη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι διατάξεις του αναθεωρημένου πλέον κανονιστικού πλαισίου για τις διεθνείς τράπεζες επιδιώκουν την ενίσχυση της σταθερότητας του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης της μικρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης στη λειτουργία των τραπεζών –με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους σε περιόδους έντασης-, καθώς και της αντιμετώπισης, μέσω μακρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης, του συστημικού κινδύνου που μπορεί να εκδηλωθεί στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος, και κυρίως της “προκυκλικής” μεγέθυνσης του εν λόγω κινδύνου σε βάθος χρόνου.

Με λίγα λόγια, με τη Βασιλεία ΙΙΙ επιδιώκεται καταρχήν μια σημαντική ενίσχυση του περιεχομένου των διατάξεων του προηγούμενου πλαισίου και η καθιέρωση καινοτόμων μέσων μικρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης. Το καινούργιο στοιχείο είναι ουσιαστικά η καθιέρωση κανόνων μακρο-προληπτικής παρέμβασης, οι οποίοι δεν προβλέπονταν στη Βασιλεία ΙΙ.

Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στη Βασιλεία ΙΙΙ όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, ο ορισμός του κεφαλαίου θα περιλαμβάνει τις κοινές μετοχές και τα αποθεματικά κεφάλαια. Παράλληλα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1, αυξήθηκε από 4% σε 6%. Η απαιτούμενη αναλογία των ιδίων κεφαλαίων προς τα σταθμισμένα με κίνδυνο στοιχεία του ενεργητικού αυξήθηκε επίσης από 2% σε 4,5%.
Στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ τα υποβάλλοντα ίδια κεφάλαια από τα σταθμισμένα στοιχεία του ενεργητικού θα θεωρούνται ως σημείο αναφοράς, αντικαθιστώντας το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1. Οι νέοι κανόνες εισάγουν ένα νέο όριο για το κεφαλαιακό αποθεματικό (buffer) που θα πρέπει  να είναι πάνω από 2,5% και να αποτελείται από κοινές μετοχές.

Η Επιτροπή της Βασιλείας προτείνει επίσης τη σύσταση ενός αντικυκλικού πλεονάσματος κεφαλαίου το οποίο θα κυμαίνεται μεταξύ 0% και 2,5% και θα ισχύει μόνο σε περιπτώσεις υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης.

Ο σκοπός αυτού του κανόνα είναι να διορθωθεί η επίταση των κυκλικών διακυμάνσεων της Βασιλείας ΙΙ, ιδίως σε περιόδους οικονομικής επέκτασης. Επιπλέον, οι προτεινόμενοι κανονισμοί στοχεύουν στην ενίσχυση αυτού του συστήματος με την καθιέρωση ενός δείκτη μόχλευσης της τάξης του 3%, όπου σε κάθε περίπτωση, η αναλογία κεφαλαίων προς το σύνολο του ενεργητικού θα πρέπει να είναι πάνω από το όριο αυτό.




Τέλος, όσον αφορά την κάλυψη των τραπεζών έναντι έκθεσής τους στον πιστωτικό κίνδυνο -με δεδομένο ότι κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης διαπιστώθηκε ότι ορισμένες τράπεζες υπέστησαν σημαντικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία δεν είχαν καθιερωθεί κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας- με το νέο κανονιστικό πλαίσιο επιδιώκεται η ενίσχυση της κάλυψης των τραπεζών έναντι της έκθεσής τους στον πιστωτικό κίνδυνο από στοιχεία του χαρτοφυλακίου τους. Πιο  συγκεκριμένα, κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάλυψη έναντι του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, οι τράπεζες οφείλουν να αξιολογούν τον πιστωτικό κίνδυνο των ανοιγμάτων τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πιστοληπτική αξιολόγηση από τους Οίκους Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας και να ελέγχουν κατά πόσο οι συντελεστές στάθμισης που εφαρμόζονται είναι οι κατάλληλοι.

Τα καινοτόμα στοιχεία
Ένα από τα βασικά αίτια της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης υπήρξε η υπερβολική μόχλευση των τραπεζών. Με στόχο την αποφυγή της εμφάνισης αντίστοιχων φαινομένων στο μέλλον, η Βασιλεία ΙΙΙ καθιερώνει έναν απλό συντελεστή μόχλευσης, ο οποίος δεν βασίζεται στον κίνδυνο και έχει σχεδιαστεί ώστε να έχει ως αριθμητή τα βασικά ίδια κεφάλαια των τραπεζών και ως παρονομαστή τα ανοίγματά τους, εντός και εκτός ισολογισμού, βάσει της λογιστικής τους αξίας, χωρίς στάθμιση κατά τον κίνδυνο. Το ύψος του ανέρχεται σε 3%.

Ταυτόχρονα, και για πρώτη φορά, καθιερώνονται δύο συντελεστές ρευστότητας των τραπεζών – ένας βραχυχρόνιος, ο “συντελεστής κάλυψης ρευστότητας” και ένας μακροχρόνιος, ο “συντελεστής καθαρής σταθερής χρηματοδότησης”. Με τον πρώτο, επιδιώκεται η διασφάλιση της ύπαρξης επαρκών, υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού, ώστε να καλυφθούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Με το δεύτερο, επιδιώκεται η αντιμετώπιση του προβλήματος που απορρέει από τον ετεροχρονισμό στη ρευστοποίηση στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού του ισολογισμού των τραπεζών, αλλά και η δημιουργία κινήτρων ώστε να χρησιμοποιούν οι τράπεζες σταθερές πηγές για τη χρηματοδότηση των περιουσιακών τους στοιχείων.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη παρακολούθηση και αξιολόγηση του κινδύνου ρευστότητας από τις εποπτικές αρχές, η Επιτροπή της Βασιλείας καθιέρωσε πέντε εργαλεία παρακολούθησης:

• τη συμβατική αναντιστοιχία ωρίμανσης (contractual maturity mismatch)
• τη συγκέντρωση της χρηματοδότησης (concentration of funding)
• τα διαθέσιμα μη βεβαρημένα στοιχεία του ενεργητικού (available unencumbered assets)
• τον συντελεστή κάλυψης ρευστότητας ανά σημαντικό νόμισμα (LRC by significant currency)
• τα εργαλεία παρακολούθησης εξελίξεων στην αγορά (market-related monitoring tools).

Τα εργαλεία αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εποπτικές αρχές σε διαρκή βάση.Στα καινοτόμα στοιχεία που εισάγει το νέο πλαίσιο, περιλαμβάνονται κι οι διατάξεις με τις οποίες καθιερώνονται για πρώτη φορά σε διεθνές επίπεδο κανόνες μακρο-προληπτικής ρυθμιστικής παρέμβασης.

Καθιερώνονται λοιπόν διατάξεις για την αντιμετώπιση της χρονικής διάστασης του συστημικού κινδύνου, δηλαδή τον περιορισμό της προκυκλικότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι τράπεζες πρέπει να δημιουργούν, σε ομαλές περιόδους “κεφαλαιακό απόθεμα για λόγους συντήρησης” (capital conservation buffer), σε περιόδους υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης “αντικυκλικό (κεφαλαιακό) απόθεμα (countercyclical buffer), να σχηματίζουν δυναμικές προβλέψεις βάσει των αναμενομένων ζημιών από στοιχεία του χαρτοφυλακίου τους και να καλύπτονται έναντι της υπερβολικής κυκλικότητας των ελάχιστων κεφαλαιακών τους απαιτήσεων. 

Κίνδυνοι και προβληματισμοί
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται από το αναθεωρημένο κανονιστικό πλαίσιο, τα περιθώρια κερδοφορίας των τραπεζών και οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων τους θα περιοριστούν. “Αυτό βέβαια είναι το τίμημα της θωράκισης της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος διεθνώς, απέναντι στο ενδεχόμενο εκδήλωσης μιας νέας σημαντικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, όπως η πρόσφατη”, όπως υποστηρίζει σε μελέτη του για τη Βασιλεία ΙΙΙ, ο Δρ. Χρήστος Γκόρτσος, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον αυξημένης ρυθμιστικής παρέμβασης, ο ίδιος εντοπίζει σημαντικούς κινδύνους. Καταρχήν, η εφαρμογή των νέων κανόνων μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε περιορισμό της προσφοράς δανειακών κεφαλαίων από τις τράπεζες με αρνητικές επιπτώσεις στον πραγματικό τομέα της οικονομίας και την ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, είναι κρίσιμο να υπάρξουν ακριβείς και αξιόπιστες εκτιμήσεις αναφορικά με την αναμενόμενη επίδραση των παραπάνω στη δανειοδοτική δραστηριότητα των τραπεζών, τόσο σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης όσο και σε περιόδους ύφεσης.
Επιπλέον, δεδομένου ότι στο σύνολό του το τραπεζικό σύστημα θα κληθεί να αντλήσει από τις αγορές τεράστια ποσά ιδίων κεφαλαίων (έστω και σε βάθος εξαετίας), κατ’ εξοχήν δε με την έκδοση κοινών μετοχών, η αναμενόμενη μείωση των αποδόσεων των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών θα τις φέρει σε ανταγωνιστικά μειονεκτική θέση προς τις επιχειρήσεις άλλων κλάδων της οικονομίας, οι αποδόσεις του κεφαλαίου των οποίων θα παραμείνουν σταθερές ή θα τείνουν να αυξάνονται. Κατά συνέπεια, πάντα σύμφωνα με τον Χ. Γκόρτσο, όσες τράπεζες δεν μπορέσουν να προβούν στην αναγκαία άντληση κεφαλαίων από τις αγορές θα αναγκαστούν να προβούν σε απομόχλευση, συρρικνώνοντας σε περίπτωση αυτή και τη δανειοδοτική τους δραστηριότητα, καθώς και σε αναδιαρθρώσεις που θα οδηγήσουν σε ενίσχυση της συγκέντρωσης του τραπεζικού κλάδου, χωρίς να είναι προφανείς οι θετικές συνέργειες από αυτό.



Στους κινδύνους, θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε και το γεγονός ότι εξαιτίας του κόστους που συνεπάγεται η συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο, και κατ’ επέκταση η ανάγκη περιορισμού αυτού του κόστους μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο “ρυθμιστικού αρμπιτράζ”, κυρίως με τη μετατόπιση δραστηριοτήτων σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τα οποία θα συνεχίσουν να μην τελούν υπό ρυθμιστική παρέμβαση και εποπτεία, ή σε κράτη με χαλαρό ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Ή σε χρηματοπιστωτικές καινοτομίες που ενδέχεται να εκθέσουν τράπεζες σε κινδύνους που δεν είναι σήμερα εντοπισμένοι.

Τέλος, μπορεί οι αυξημένες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, οι περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές των τραπεζών αλλά και οι διάφοροι άλλοι κανόνες, που προβλέπει το νέο κανονιστικό πλαίσιο, να έχουν μειώσει τους κινδύνους, αλλά ταυτόχρονα έχουν διογκώσει την πολυπλοκότητα της εποπτείας.

Οι νέοι κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια βασίζονται στην ίδια αρχή με τους παλιούς: επιτρέπουν στα μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιούν δικά τους μαθηματικά μοντέλα για να καθορίζουν τι κεφάλαια χρειάζονται. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Αγγλίας, οι υπολογισμοί, με τους οποίους οι τράπεζες υποθέτουν πως μπορούν να προβλέπουν τι είναι επισφαλές, περιλαμβάνουν εκατομμύρια μεταβλητές δυσχεραίνοντας το έργο οποιασδήποτε εποπτικής αρχής.

Banker's Review (T. 032)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778