Banker's Review Online - Ξέπλυμα βρόμικου χρήματος: Βασικά στοιχεία θεσμικού πλαισίου και οι νεότερες ρυθμιστικές εξελίξεις

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Risk Management

Ξέπλυμα βρόμικου χρήματος: Βασικά στοιχεία θεσμικού πλαισίου και οι νεότερες ρυθμιστικές εξελίξεις

1 Ιουνίου 2011 | 12:17 Γράφει ο Κώστας  Στενημαχίτης Topics: Special Reports,Ξέπλυμα βρόμικου χρήματος

Ξέπλυμα βρόμικου χρήματος: Βασικά στοιχεία θεσμικού πλαισίου και οι νεότερες ρυθμιστικές εξελίξεις

Το Anti-money laundering έχει καταστεί την τελευταία δεκαετία ένα από τα πιο σημαντικά πεδία της Διαχείρισης Κινδύνων. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις και οι κανονιστικοί οργανισμοί δίνουν έμφαση στην ολοκλήρωση των δεδομένων και διαδικασιών που προκαλούνται από τους τομείς της ασφάλειας, της προστασίας από απάτη και της συμμόρφωσης, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια πιο ολοκληρωμένη και αποδοτική πλατφόρμα διαχείρισης των χρηματοοικονομικών κινδύνων και εγκληματικών δράσεων. Ποιες είναι οι επιταγές του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου και ποιες οι υποχρεώσεις των τραπεζών;

Με το άρθρο αυτό επιδιώκεται να παρουσιαστούν με ευσύνοπτη πληρότητα και συνοχή, οι βασικές προβλέψεις του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για το «ξέπλυμα βρόμικου χρήματος». Πρόκειται, βέβαια, για θέμα που, έστω στη γενικότητά του, είναι μάλλον οικείο στην τραπεζική κοινότητα.

Ωστόσο, το διαρκώς εξελισσόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον και, μερικές φορές, η προβληματική της εφαρμογής και ανταπόκρισης σε αυτό, από τον τραπεζικό κλάδο, καθιστούν χρήσιμη και επίκαιρη την επιδίωξη αυτή, ιδίως μετά τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών και εβδομάδων (επανακαθορισμός του ρόλου και των δυνατοτήτων της Επιτροπής κατά του «ξεπλύματος», μαζική ένταξη αδικημάτων φοροδιαφυγής και φοροκλοπής στα λεγόμενα «βασικά εγκλήματα»).

Είναι περισσότερο από 20 χρόνια που η διεθνής κοινότητα άρχισε να μορφοποιεί ρυθμιστικά την αποτροπή και καταστολή της «νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» (όπως, επισήμως- νομοτεχνικά- αποκαλείται το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος) και, αργότερα, του συναφούς, αλλά όχι ταυτόσημου, ζητήματος της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Επιχείρησε, δηλαδή, να εξουδετερώσει την ενδεχομένως υποβόσκουσα αντίληψη και αξιακή στάση ότι «Pecunia non olet (το χρήμα δεν μυρίζει)» που αποδίδεται στο ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό (που, στην εποχή του είχε, βέβαια, άλλη έννοια, μάλλον... αισθητική και κυριολεκτική).

Οι όποιες διεθνείς και, κατ’ επέκταση, εθνικές-εγχώριες νομοθετικές και κανονιστικές (δηλαδή κατ’ εξουσιοδότηση νόμου) ρυθμίσεις αποσκοπούν (και σωστά) αφενός στο να εξουδετερώσουν/ αποτρέψουν το κυρίαρχο κίνητρο διάπραξης σοβαρών εγκληματικών δραστηριοτήτων σημαντικού οικονομικού αποτελέσματος (δηλαδή την ανέμελη απόλαυση των «αποκτημάτων»), αφετέρου στην, έστω εκ των υστέρων, διευκόλυνση της εξιχνίασης των δραστηριοτήτων αυτών με βάση το δόγμα-εργαλείο «follow the money».

Τα συναφώς ρυθμιζόμενα ζητήματα, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι 2: εκείνο του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος και εκείνο της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η κεντρική και εννοιολογική διαφορά τους έγκειται στο ότι για μεν το ξέπλυμα προϋποτίθεται μια εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται το βρόμικο χρήμα (δηλαδή το ζήτημα είναι η προέλευσή του), ενώ στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας το διοδευόμενο χρήμα μπορεί να είναι είτε νόμιμο είτε βρόμικο (δηλαδή το ζήτημα είναι ο προορισμός του).

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο
Το ισχύον σήμερα θεσμικό πλαίσιο (νομοθετικό και κανονιστικό) για την πρόληψη και καταστολή του ξεπλύματος χρήματος μέσω του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας, συνίσταται, βασικά, από το Νόμο 3691/2008 που ενσωμάτωσε την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ενωσης 2005/60/ΕΚ και την Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΠΘ/Τ.τ.Ε.) αρ. 281/5/17.3.2009.

Ο Νόμος περιέχει τις κεντρικές και γενικές ποινικές, εννοιολογικές, οργανωτικές και λειτουργικές παραμέτρους του θέματος, ενώ η Απόφαση 281, με βάση σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του Νόμου, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των προαναφερθεισών παραμέτρων από τις τράπεζες.

Με το πλέγμα των ρυθμίσεων αυτών, μεταξύ άλλων:

  • Προσδιορίζεται το περιεχόμενο του όρου «εγκληματικές δραστηριότητες» με την παράθεση «καταλόγου» ποινικών αδικημάτων (αποκαλούνται και «βασικά αδικήματα» - με την έννοια ότι αποτελούν βάση-πηγή προέλευσης του βρόμικου χρήματος), όπως π.χ. εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, αρχαιοκαπηλία, σωματεμπορία, δωροληψία κ.ά.
  • Περιγράφεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθεαυτού του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων (ξέπλυμα χρήματος) με τους πολλαπλούς εναλλακτικούς τρόπους διάπραξής του (μετατροπή, μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή, διαχείριση κ.ά. εγκληματικής περιουσίας/εσόδων).
  • Θεσπίζεται η δομή του εθνικού οργανωτικού σχήματος Φορέων, Αρχών, Επιτροπών, Υπόχρεων κ.λπ. που οι συγκλίνουσες υποχρεώσεις και δράσεις τους αποσκοπούν στην πρόληψη/ καταστολή του ξεπλύματος.
  • Εξειδικεύονται σε λειτουργίες, διαδικαστικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις των τραπεζών.

Με το άρθρο αυτό επιδιώκεται να παρουσιαστούν με ευσύνοπτη πληρότητα και συνοχή, οι βασικές προβλέψεις του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για το «ξέπλυμα βρόμικου χρήματος». Πρόκειται, βέβαια, για θέμα που, έστω στη γενικότητά του, είναι μάλλον οικείο στην τραπεζική κοινότητα.

Ωστόσο, το διαρκώς εξελισσόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον και, μερικές φορές, η προβληματική της εφαρμογής και ανταπόκρισης σε αυτό, από τον τραπεζικό κλάδο, καθιστούν χρήσιμη και επίκαιρη την επιδίωξη αυτή, ιδίως μετά τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών και εβδομάδων (επανακαθορισμός του ρόλου και των δυνατοτήτων της Επιτροπής κατά του «ξεπλύματος», μαζική ένταξη αδικημάτων φοροδιαφυγής και φοροκλοπής στα λεγόμενα «βασικά εγκλήματα»).

Είναι περισσότερο από 20 χρόνια που η διεθνής κοινότητα άρχισε να μορφοποιεί ρυθμιστικά την αποτροπή και καταστολή της «νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» (όπως, επισήμως- νομοτεχνικά- αποκαλείται το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος) και, αργότερα, του συναφούς, αλλά όχι ταυτόσημου, ζητήματος της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Επιχείρησε, δηλαδή, να εξουδετερώσει την ενδεχομένως υποβόσκουσα αντίληψη και αξιακή στάση ότι «Pecunia non olet (το χρήμα δεν μυρίζει)» που αποδίδεται στο ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό (που, στην εποχή του είχε, βέβαια, άλλη έννοια, μάλλον... αισθητική και κυριολεκτική).

Οι όποιες διεθνείς και, κατ’ επέκταση, εθνικές-εγχώριες νομοθετικές και κανονιστικές (δηλαδή κατ’ εξουσιοδότηση νόμου) ρυθμίσεις αποσκοπούν (και σωστά) αφενός στο να εξουδετερώσουν/ αποτρέψουν το κυρίαρχο κίνητρο διάπραξης σοβαρών εγκληματικών δραστηριοτήτων σημαντικού οικονομικού αποτελέσματος (δηλαδή την ανέμελη απόλαυση των «αποκτημάτων»), αφετέρου στην, έστω εκ των υστέρων, διευκόλυνση της εξιχνίασης των δραστηριοτήτων αυτών με βάση το δόγμα-εργαλείο «follow the money».

Τα συναφώς ρυθμιζόμενα ζητήματα, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι 2: εκείνο του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος και εκείνο της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η κεντρική και εννοιολογική διαφορά τους έγκειται στο ότι για μεν το ξέπλυμα προϋποτίθεται μια εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται το βρόμικο χρήμα (δηλαδή το ζήτημα είναι η προέλευσή του), ενώ στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας το διοδευόμενο χρήμα μπορεί να είναι είτε νόμιμο είτε βρόμικο (δηλαδή το ζήτημα είναι ο προορισμός του).

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο
Το ισχύον σήμερα θεσμικό πλαίσιο (νομοθετικό και κανονιστικό) για την πρόληψη και καταστολή του ξεπλύματος χρήματος μέσω του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας, συνίσταται, βασικά, από το Νόμο 3691/2008 που ενσωμάτωσε την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ενωσης 2005/60/ΕΚ και την Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΠΘ/Τ.τ.Ε.) αρ. 281/5/17.3.2009.

Ο Νόμος περιέχει τις κεντρικές και γενικές ποινικές, εννοιολογικές, οργανωτικές και λειτουργικές παραμέτρους του θέματος, ενώ η Απόφαση 281, με βάση σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του Νόμου, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των προαναφερθεισών παραμέτρων από τις τράπεζες.

Με το πλέγμα των ρυθμίσεων αυτών, μεταξύ άλλων:

  • Προσδιορίζεται το περιεχόμενο του όρου «εγκληματικές δραστηριότητες» με την παράθεση «καταλόγου» ποινικών αδικημάτων (αποκαλούνται και «βασικά αδικήματα» - με την έννοια ότι αποτελούν βάση-πηγή προέλευσης του βρόμικου χρήματος), όπως π.χ. εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, αρχαιοκαπηλία, σωματεμπορία, δωροληψία κ.ά.
  • Περιγράφεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθεαυτού του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων (ξέπλυμα χρήματος) με τους πολλαπλούς εναλλακτικούς τρόπους διάπραξής του (μετατροπή, μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή, διαχείριση κ.ά. εγκληματικής περιουσίας/εσόδων).
  • Θεσπίζεται η δομή του εθνικού οργανωτικού σχήματος Φορέων, Αρχών, Επιτροπών, Υπόχρεων κ.λπ. που οι συγκλίνουσες υποχρεώσεις και δράσεις τους αποσκοπούν στην πρόληψη/ καταστολή του ξεπλύματος.
  • Εξειδικεύονται σε λειτουργίες, διαδικαστικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις των τραπεζών.


Οι υποχρεώσεις των τραπεζών
Σε ότι αφορά τις ειδικότερες λειτουργικές/ διαδικαστικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις των τραπεζών (σημειώνεται ότι συναφείς -αλλά πιο περιορισμένες λειτουργικά- υποχρεώσεις επιβάλλονται και σε άλλα υπόχρεα πρόσωπα, όπως π.χ. ΑΕΠΕΥ, ΑΕΔΑΚ, Συμβολαιογράφους, φοροτεχνικούς κ.ά.), κεντρικές έννοιες και στοιχεία είναι:
  • Το «δόγμα» της «προσέγγισης βάσει κινδύνου» (risk based approach) που σημαίνει, γενικώς, ότι ο χειρισμός και η «παρακολούθηση» (monitoring) της πελατείας τους (για αποτροπή ή εντοπισμό ενδεχομένου ξεπλύματος) αμβλύνεται ή εντείνεται, ανάλογα με το δυνητικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει κάθε πελάτης, με κριτήριο τα ειδικότερα και κατά περίπτωση επαγγελματικά, συναλλακτικά, γεωγραφικά και άλλα χαρακτηριστικά της σχέσης μαζί του.
  • Η έννοια - πρακτική της «δέουσας επιμέλειας» (due diligence) που περιλαμβάνει κυρίως:
    - Την απόδειξη της ταυτότητας του πελάτη (φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας) με μια ευρύτερη (σε σχέση με το παρελθόν) ταυτοποίηση που ενέχει και στοιχεία που δεν περιέχονται στην ταυτότητα ή το διαβατήριο (όπως π.χ. επάγγελμα, επαγγελματική δ/νση κ.ά.). Προκειμένου για εταιρείες ή οντότητες/ σχήματα, όπως π.χ. trusts/ εμπιστεύματα, οχήματα - εταιρείες ειδικού σκοπού «SPV» και, ευνοήτως και ιδίως, offshore κ.λπ.) πρέπει να εξακριβώνεται η ιδιοκτησιακή τους δομή, κατά περίπτωση, μέχρι φυσικού προσώπου.
    - Τον επαρκή προσδιορισμό του συναλλακτικού προφίλ (transactional profiling) του πελάτη (οικονομικό/ επαγγελματικό «στίγμα», τρόποι, όγκος και γεωγραφική διασπορά συναλλαγών κ.ά.), ώστε πραγματοποιούμενες συναλλαγές που φαίνονται ασύμβατες προς την, βάσει του προφίλ, εύλογα αναμενόμενη συναλλακτική συμπεριφορά, να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή για το εάν δικαιολογούνται ή όχι (ονομάζονται «ασυνήθεις» ή «ύποπτες» συναλλαγές). Ο εντοπισμός των ασυνήθων/ ύποπτων συναλλαγών πρέπει να γίνεται, μεταξύ άλλων, και με πληροφοριακά συστήματα (AML/CTF) που εξάγουν σχετικές ειδοποιήσεις (alerts).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναπτυχθεί περισσότερο και σχολιαστεί το ζήτημα των, κατ’ οικονομία και συλλήβδην, αποκληθεισών προηγουμένως «ασύμβατων συναλλαγών». Ως τέτοιες προσδιορίστηκαν οι, οριζόμενες στο Ν. 3691/2008, «ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες» και οι «ύποπτες συναλλαγές ή δραστηριότητες».

Η προβληματική του ζητήματος έγκειται στο ότι όχι μόνο καθ’ εαυτοί οι όροι αυτοί αλλά και οι, κατά νόμον, εννοιολογικοί τους προσδιορισμοί, ίσως αναπόφευκτα, ενέχουν αοριστία - γενικότητα και, συνεπώς, υποκειμενισμό τόσο ως προς την αξιολόγησή τους όσο, και κατ’ επέκταση, ως προς το εύρος και βάθος της εξέτασής τους- καθώς και του τι ή ποια θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή και αποδεκτά στοιχεία που τις δικαιολογούν ή όχι (στο πλαίσιο της ιδιαίτερης προσοχής με την οποία πρέπει να εξετάζονται).

Είναι, σχετικά, ενδεικτικό της προβληματικής του ζητήματος ότι και αυτή η ενδεικτική (και σε κάθε περίπτωση χρήσιμη) καταλογοποιημένη πλούσια τυπολογία της Τ.τ.Ε. (ΕΤΠΘ/Τ.τ.Ε. 285/6/9.7.2009) τιτλοφορείται «...τυπολογία ασυνηθών ή ύποπτων συναλλαγών», χωρίς, όμως, περαιτέρω κατηγοριοποίηση σε «ασυνήθεις» και σε «ύποπτες» συναλλαγές, μολονότι, ως εννοιολογικοί προσδιορισμοί έχουν κάποιες διαφορές (η «ασυνήθης» είναι συναλλακτικά, ποιοτικά ή λογικά η «παράξενη» συναλλαγή, ενώ η «ύποπτη» έχει στοιχεία «ασυνήθους» με το επιπλέον στοιχείο των ενδείξεων/ υπονοιών για ξέπλυμα).

Ετσι, γίνεται φανερό ότι, λόγω του υποκειμενισμού του ανθρώπινου παράγοντα σε συνδυασμό με τις εξ αντικειμένου περιορισμένες αντιληπτικές και αξιολογικές του δυνατότητες (ζωντανή- οπτικοποιημένη αντίληψη και συσχέτιση συναλλαγών), λόγω και της αυτοματοποίησης και διασποράς (μεταξύ καταστημάτων της ίδιας ή/ και άλλης τράπεζας) των συναλλαγών, η χρησιμότητα ευρείας παραμετροποίησης AMC/ CTF συστημάτων (τουλάχιστον στη βάση της ενδεικτικής τυπολογίας) είναι εκ των ων ουκ άνευ.

  • Την αναφορά (suspicious transactions reporting - STR) των (τελικώς) ασυνήθων/ υπόπτων συναλλαγών στην Επιτροπή κατά του ξεπλύματος (επιτροπή του άρθρου 7 του Ν. 3691/08) για περαιτέρω διερεύνηση και ενδεχόμενη διόδευση των συναφών υποθέσεων στην Δικαιοσύνη.
  • Η «προσέγγιση βάσει κινδύνου» ως έννοια-πλαίσιο με τη συνεπακόλουθη «δέουσα επιμέλεια» συγκεκριμενοποιείται με τις προσδιοριζόμενες από τις θεσμικές ρυθμίσεις κατηγορίες κινδύνου πελατών και τις αντιστοιχούσες διαβαθμίσεις «δέουσας επιμέλειας». Συγκεκριμένα, θεσπίζονται 3 κατηγορίες κινδύνου: Χαμηλός, Κανονικός, Υψηλός. Η ένταξη πελατών στις κατηγορίες αυτές εναπόκειται μεν στην αξιολόγηση των τραπεζών, με βάση τα κριτήρια που κάθε μια έχει θεσπίσει, αλλά το καταρχήν περιεχόμενο («είδος» πελατών) που εντάσσεται στις κατηγορίες χαμηλού και υψηλού κινδύνου προσδιορίζεται από τις θεσμικές ρυθμίσεις.

    Ενδεικτικά, στην «υψηλού κινδύνου» εντάσσονται κατηγορίες όπως υπεράκτιες/ εξωχώριες (offshore) εταιρείες, μη κάτοικοι, μη εισηγμένες εταιρείες με ανώνυμες μετοχές, πολιτικά πρόσωπα και κρατικοί αξιωματούχοι μη κάτοικοι Ελλάδας κ.ά., ενώ στο «χαμηλό κίνδυνο» χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί με έδρα χώρα- μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης κ.ά.

    Οπως ήδη αναφέρθηκε, οι κατηγορίες κινδύνων αντιστοιχίζονται με διαβαθμίσεις «δέουσας επιμέλειας» και συγκεκριμένα σε: απλουστευμένη, συνήθη και αυξημένη δέουσα επιμέλεια. Η κλιμάκωση της «δέουσας επιμέλειας» υποδηλώνει και συνεπάγεται κλιμάκωση αφενός του monitoring αφετέρου, και κατά περίπτωση, διεισδυτικότερη «ακτινοσκόπηση» της ιδιοκτησιακής υφής των πελατών (προκειμένου για νομικά πρόσωπα) ή/ και ενδοεπιχειρησιακές διοικητικές εγκρίσεις ανώτερων ιεραρχικά κλιμακίων για σύναψη σχέσης με αυτούς.
  • Τέλος, το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει την καταρχήν υποχρέωση των τραπεζών να αρνούνται ύποπτες συναλλαγές, παρέχει, ωστόσο, τη δυνατότητα διενέργειάς τους αν:
    - Η αποφυγή τους είναι αδύνατη, (για παράδειγμα κάτι τέτοιο είναι λογικό να συμβαίνει όταν η συναλλαγή είναι «τετελεσμένη», λόγω π.χ. αυτοματοποιημένων - μηχανογραφικών διαδικασιών πραγματοποίησής τους, χωρίς δηλαδή δυνατότητα άμεσης παρέμβασης του ανθρώπινου παράγοντα ή ενεργοποίησής του AML/ CTF συστήματος
    - Ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των πελατών (αν εννοείται μεταγενέστερα πιστοποιηθεί ότι πράγματι εμπλέκονται). Σημειώνεται ότι αυτή η δεύτερη ειδικότερη πρόβλεψη (ευχέρεια) είναι ιδιαίτερα αξιοποιήσιμη γιατί και διασφαλίζει την εντοπισιμότητα του τυχόν εμπλεκομένου και «βγάζει» τις τράπεζες από τη δύσκολη (και ενδεχομένως επικίνδυνη) θέση της άρνησης συναλλαγής που ενέχει πολλαπλές παρενέργειες. Ευνόητο ότι η STR (αν δεν αμβλυνθούν οι προβληματισμοί/ υποψίες) υποβάλλεται μετά την εκτέλεση των συναλλαγών.


Οι τελευταίες εξελίξεις
Από τα τέλη Απριλίου του 2010 μέχρι πολύ πρόσφατα, στο θεσμικό καθεστώς για το ξέπλυμα χρήματος που, κατ’ ουσία, είχε τόσο νομοθετικά όσο και κανονιστικά, ολοκληρωθεί ένα χρόνο πριν με την Απόφ. ΕΤΠΘ 281/5/17.3.2009, έγιναν 2 σημαντικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις.

Συγκεκριμένα, με την πρώτη (Ν.3842/2010 - ΦΕΚ Α58/23.4.2010), πλειάδα φορολογικών και τελωνειακών αδικημάτων εντάχθηκε στον κατάλογο των «βασικών εγκλημάτων» (εγκληματική δραστηριότητα) του Ν. 3691/2008. Λόγω του, ευλόγως, ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος του ζητήματος αυτού και με την επιφύλαξη περαιτέρω διεύρυνσης αυτής της ομάδας αδικημάτων, ανάλογα με την τελική διατύπωση των διατάξεων του υπό ψήφιση, κατά τη σύνταξη του παρόντος άρθρου, φορολογικού νομοσχεδίου με τίτλο «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις...», τα αδικήματα αυτά είναι τα εξής:
  • Μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και αποφυγής πληρωμής φόρου ποσού μεγαλύτερου των 15000 ευρώ, ανά διαχειριστική περίοδο
  • Εκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή που, στο σύνολό της ή για μέρος της, είναι ποσού πάνω από 3000 ευρώ
  • Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών πάνω από 3000 ευρώ σε ετήσια βάση
  • Μη καταβολή οφειλών προς το Δημόσιο και τρίτους, για χρέη πάνω από 120.000 ευρώ
  • Μη επίδειξη βιβλίων και στοιχείων στον τακτικό έλεγχο ή μη τήρησή τους.

Με τη δεύτερη και πολύ πρόσφατη (Νόμος 3932/10.3.2011) ρυθμιστική παρέμβαση, η Επιτροπή του άρθρου 7 του Ν. 3691/2008 (αρμόδια για την παραλαβή και διερεύνηση των STR από τις Τράπεζες):

  • Μετονομάστηκε σε «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης», δηλαδή διευρύνθηκε το πεδίο αρμοδιοτήτων με τον έλεγχο και του πόθεν έσχες
  • Ενισχύθηκε η διοικητική και λειτουργική ανεξαρτησία της Αρχής αυτής, με την απεξάρτησή της από την εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών
  • Επιταχύνεται η δράση της σε εφαρμογή δεσμεύσεων υπόπτων περιουσιακών στοιχείων και επιβολή συναφών οικονομικών κυρώσεων.

Επιλογικά, διαπιστώνεται ότι στο διαμορφούμενο ρυθμιστικό τοπίο, για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αφενός διευρύνονται οι παραβατικές, άμεσες και έμμεσες, οικονομικές (πέραν, εννοείται, της ποινικής τους απαξίας) συμπεριφορές που εμπίπτουν στην προληπτική και κατασταλτική εμβέλειά του, αφετέρου ενισχύονται περαιτέρω οι εκτελεστικοί και συμβουλευτικοί μηχανισμοί (Φορείς, Αρχές κ.λπ.) αντιμετώπισης των φαινομένων αυτών.

Banker's Review (T. 021)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778