Banker's Review Online - Βασιλική Ζάκκα, Τράπεζα της Ελλάδας: Η Βασιλεία ΙΙΙ θέτει τους νέους όρους στην τραπεζική αγορά

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Risk Management

Βασιλική Ζάκκα, Τράπεζα της Ελλάδας: Η Βασιλεία ΙΙΙ θέτει τους νέους όρους στην τραπεζική αγορά

10 Δεκεμβρίου 2010 | 10:41 Γράφει το Banker's Review  Editor Topics: Compliance

Βασιλική Ζάκκα, Τράπεζα της Ελλάδας

Το σοκ που δημιούργησε η χρηματοοικονομική κρίση οδήγησε την επιτροπή της Βασιλείας σε ένα νέο πλαίσιο ρύθμισης της τραπεζικής αγοράς, με στόχο την ενδυνάμωσή της απέναντι σε αντίστοιχα μελλοντικά συμβάντα. Η Βασιλική Ζάκκα, Υποδιευθύντρια του Τμήματος Εποπτικού Ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδας, μας αναλύει τους βασικούς άξονες του νέου πλαισίου.

Oταν το 2007 ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοοικονομική «αναταραχή» (turmoil) το νέο, τότε, πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ δεν είχε εφαρμοστεί παρά σε ελάχιστες χώρες. Η εφαρμογή του από το σύνολο των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Eνωσης έγινε το 2008, παράλληλα με τη μετεξέλιξη της αναταραχής σε χρηματοοικονομική κρίση.

Στην μετεξέλιξη αυτή συνετέλεσε το γεγονός ότι τα ιδρύματα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα είχαν ανεπαρκή περιθώρια ρευστότητας, τα κεφάλαιά τους δεν κάλυπταν ικανοποιητικά τους αναληφθέντες κινδύνους, παρουσίασαν ιδιαίτερα εκτεταμένη μόχλευση, και χαρακτηρίζονταν από συμπεριφορά που επιτείνει τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου (υπερκυκλική) - υπήρχαν δε σημαντικές διασυνδέσεις μεταξύ ιδρυμάτων με συστημική σημασία.

Το διεθνές πλαίσιο εποπτείας των τραπεζών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τους κανόνες της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (Basel Committee on Banking Supervision - BCBS), είχε λοιπόν σημαντικές ελλείψεις, αφού δεν απέτρεψε τις αδυναμίες αυτές. Καθώς οι αδυναμίες αυτές δεν αντιμετωπίζονταν με το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, η BCBS εξέδωσε, από τον Ιούλιο του 2009 και μετά, σειρά συμπληρωματικών συστάσεων, κανόνων κ.λπ., το σύνολο των οποίων είναι γνωστοί ως «Βασιλεία ΙΙΙ».

Οι  κανόνες αυτοί καλύπτουν τις παρακάτω περιοχές:

Oταν το 2007 ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοοικονομική «αναταραχή» (turmoil) το νέο, τότε, πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ δεν είχε εφαρμοστεί παρά σε ελάχιστες χώρες. Η εφαρμογή του από το σύνολο των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Eνωσης έγινε το 2008, παράλληλα με τη μετεξέλιξη της αναταραχής σε χρηματοοικονομική κρίση.

Στην μετεξέλιξη αυτή συνετέλεσε το γεγονός ότι τα ιδρύματα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα είχαν ανεπαρκή περιθώρια ρευστότητας, τα κεφάλαιά τους δεν κάλυπταν ικανοποιητικά τους αναληφθέντες κινδύνους, παρουσίασαν ιδιαίτερα εκτεταμένη μόχλευση, και χαρακτηρίζονταν από συμπεριφορά που επιτείνει τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου (υπερκυκλική) - υπήρχαν δε σημαντικές διασυνδέσεις μεταξύ ιδρυμάτων με συστημική σημασία.

Το διεθνές πλαίσιο εποπτείας των τραπεζών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τους κανόνες της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (Basel Committee on Banking Supervision - BCBS), είχε λοιπόν σημαντικές ελλείψεις, αφού δεν απέτρεψε τις αδυναμίες αυτές. Καθώς οι αδυναμίες αυτές δεν αντιμετωπίζονταν με το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, η BCBS εξέδωσε, από τον Ιούλιο του 2009 και μετά, σειρά συμπληρωματικών συστάσεων, κανόνων κ.λπ., το σύνολο των οποίων είναι γνωστοί ως «Βασιλεία ΙΙΙ».

Οι  κανόνες αυτοί καλύπτουν τις παρακάτω περιοχές:


Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Χαρτοφυλακίου Συναλλαγών
Από την αρχή της κρίσης έγινε σαφές ότι κίνδυνοι, οι οποίοι ενυπάρχουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών των τραπεζών (trading book), είχαν υποεκτιμηθεί, ιδίως στις περιπτώσεις που αυτοί αφορούσαν είτε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορές με μικρή συναλλακτική δραστηριότητα, είτε ανοίγματα έναντι εταιρειών ειδικού σκοπού. H Βασιλεία III επιτυγχάνει μια πιο ακριβή αποτύπωση των κινδύνων που απορρέουν από τις εμπορικές δραστηριότητες (trading activities) των τραπεζών, καθώς αυξάνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών κατά τρεις με τέσσερις φορές, κατά μέσο όρο, σε σχέση με αυτές που προβλέπονταν από το προηγούμενο πλαίσιο.

Ρευστότητα
Η υποεκτίμηση των αναληφθέντων κινδύνων από τα πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούντο στις συγκεκριμένες αγορές οδήγησε σε αύξηση της αβεβαιότητας και σε δυσλειτουργίες των αγορών χρήματος με αρνητικές επιπτώσεις για τις τράπεζες που στηρίζονταν υπερβολικά σε αυτές για άντληση ρευστότητας. Είναι γνωστή η περίπτωση της Northern Rock, όπου μια τράπεζα με ισχυρή κεφαλαιακή βάση αναγκάστηκε να προσφύγει στο κράτος για να καλύψει τις ανάγκες της σε ρευστότητα, καθώς οι αγορές χρήματος στις οποίες στηριζόταν, υπερβολικά, για τη χρηματοδότησή της ουσιαστικά, δεν λειτουργούσαν.

Το νέο πλαίσιο περί ρευστότητας εισάγει δύο δείκτες αξιολόγησης της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων: α) Το Δείκτη Κάλυψης Ρευστότητας, ο οποίος προβλέπει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να διαθέτουν ανά πάσα στιγμή επαρκή αποθέματα ρευστών ή εύκολα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μπορούν να «επιβιώσουν» υπό ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης και β) το Δείκτη Σταθερής Καθαρής Χρηματοδότησης που διασφαλίζει ισόρροπη δομή χρηματοδότησης με έμφαση στις σταθερές πηγές αυτής.

Ίδια Κεφάλαια
Τα ίδια κεφάλαια αποτελούνται από διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα με ειδικά χαρακτηριστικά και, ιδίως, διαφορές στη δυνατότητά τους να απορροφούν ζημίες, που για το λόγο αυτό κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: βασικά, κύρια και πρόσθετα, και συμπληρωματικά, κύρια και πρόσθετα. Είναι γνωστό ότι τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι η βάση της ευρωστίας τους. Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό να είναι επαρκή τόσο από άποψη ποσότητας όσο και ποιότητας.

Το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ καλύπτει και τις δύο αυτές ανάγκες καθώς, αφενός θέτει αυστηρά κριτήρια για τα χρηματοοικονομικά μέσα που θα μπορούν να περιλαμβάνονται στις διάφορες κατηγορίες των ιδίων κεφαλαίων και αφετέρου αυξάνει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων ως προς το Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ενεργητικό (Σ.Κ.Ε.), τόσο για το σύνολό τους όσο και, ιδιαίτερα, για τις κατηγορίες με την μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης ζημιών.

Ειδικότερα καθορίζεται ότι τα «καλύτερης ποιότητας» κεφάλαια, τα οποία αντιπροσωπεύονται από τα κεφάλαια που αποτελούν περιουσία των μετόχων και τα οποία απορροφούν πλήρως ζημιές, τόσο κατά τη λειτουργία όσο και σε περίπτωση παύσης λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, δεν πρέπει να αποτελούν ποσοστό μικρότερο του 4,5% Σ.Κ.Ε. Το όριο αυτό δε, θα πρέπει να τηρείται μετά την αφαίρεση από την περιουσία των μετόχων των στοιχείων που σήμερα αφαιρούνται από το σύνολο είτε των ιδίων κεφαλαίων είτε των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

Σημαντική από σημειολογικής απόψεως είναι και η μετονομασία των βασικών κυρίων κεφαλαίων από «Core Tier 1» σε «Common Equity Tier» που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «Περιουσιακά Στοιχεία Κοινών Μετόχων».

Επιπλέον, η Βασιλεία ΙΙΙ προβλέπει την τήρηση ενός «περιθωρίου διατήρησης κεφαλαίων», που ανέρχεται σε 2,5% επί του Σ.Κ.Ε. και αποτελείται εξολοκλήρου από περιουσιακά στοιχεία των μετόχων. Το περιθώριο αυτό θα χρησιμοποιείται για την απορρόφηση ζημιών σε  περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, η δε μείωσή του θα οδηγεί σε αναλογικά αυξανόμενους περιορισμούς στη διανομή μερίσματος, «μπόνους» στο προσωπικό κ.λπ.

Συμπληρωματικά προς το «περιθώριο διατήρησης κεφαλαίων» θα λειτουργεί το «αντικυκλικό περιθώριο», το οποίο θα αυξομειώνεται εντός της κλίμακας 0 - 2,5% επί του Σ.Κ.Ε., ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες. Σκοπός του περιθωρίου αυτού είναι να αντιμετωπισθεί η υπερκυκλική συμπεριφορά των τραπεζών, ήτοι η «βίαιη» απομόχλευση (deleveraging) σε περιόδους ύφεσης μετά από ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης.

Τα συνολικά εποπτικά ίδια κεφάλαια θα πρέπει να ανέρχονται σε 10,5% του Σ.Κ.Ε. περιλαμβανομένου του περιθωρίου διατήρησης, εξαιρουμένου του αντικυκλικού περιθωρίου.

Μόχλευση
Ανασταλτικά έναντι της υπερκυκλικότητας της συμπεριφοράς των τραπεζών αναμένεται να λειτουργήσει και το όριο που θα εισαχθεί για τον Δείκτη Μόχλευσης. Ο εν λόγω δείκτης θα υπολογίζεται ως ο λόγος των βασικών ιδίων κεφαλαίων προς το σύνολο του ενεργητικού, περιλαμβανομένων των ανοιγμάτων εκτός ισολογισμού και των θέσεων σε παράγωγα, και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο, το οποίο αρχικά προτείνεται να ανέρχεται σε 3%.

Η υποχρέωση τήρησης του ορίου αυτού, θα διασφαλίζει ότι οι τράπεζες δεν θα αυξάνουν το δανεισμό τους υπέρμετρα. Θα αποθαρρύνει, επίσης, την επιλεκτική χρήση κανονιστικών ρυθμίσεων (regulatory arbitrage) που ενδεχομένως να επηρέαζαν τον, υπολογιζόμενο με βάση το Σ.Κ.Ε., Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ενώ αντιμετωπίζει εν μέρει και τον «κίνδυνο υποδείγματος» από μη σωστή απεικόνιση του κινδύνου στη στάθμιση των στοιχείων ενεργητικού.

Τέλος επισημαίνεται ότι αν και ήδη έχει αποφασισθεί ότι τα ιδρύματα του χρηματοπιστωτικού τομέα συστημικής σημασίας οφείλουν να ακολουθούν πιο αυστηρούς κανόνες, π.χ. θα έχουν αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι σχετικοί κανόνες δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη, κατά τον χρόνο σύνταξης του παρόντος.

Βασιλεία ΙΙΙ, τράπεζες και πραγματική οικονομία
Το νέο αυτό πλαίσιο της Βασιλείας θα εφαρμοστεί σταδιακά μέχρι το 2019, ώστε να αποφευχθούν τυχόν αναταράξεις όχι μόνον στο χρηματοπιστωτικό τομέα αλλά και στην πραγματική οικονομία. Ειδικά για την εφαρμογή των κανόνων αναφορικά με τη ρευστότητα και τη μόχλευση θα προηγηθεί διάστημα παρακολούθησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα τελικά εφαρμοζόμενα σχετικά όρια είναι κατάλληλα για να επιτευχθούν οι στόχοι για τους οποίους οι εν λόγω δείκτες υιοθετήθηκαν.

Ενα νέο εποπτικό πλαίσιο επηρεάζει, βεβαίως, τη λειτουργία τραπεζών και τελικά την πραγματική οικονομία. Η κριτική ενάντια σε ένα πιο αυστηρό εποπτικό πλαίσιο συνοψίζεται στην άποψη ότι αν αυξηθούν οι απαιτήσεις θα αυξηθεί το κόστος χρήματος και η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες θα μειωθεί, με αποτέλεσμα να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη και να μειωθεί το προϊόν της οικονομίας. Κατά την αξιολόγηση των συνεπειών του νέου πλαισίου στην πραγματική οικονομία, όμως, θα πρέπει να συνεκτιμάται το όφελος από τη μείωση της πιθανότητας επέλευσης νέας κρίσης στο χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και της έντασης μιας τέτοιας κρίσης εάν αυτή επέλθει.

Σε εκθέσεις της BIS αναφέρεται ότι η μακροχρόνια επίπτωση αύξησης του Δείκτη Περιουσιακών Στοιχείων Μετόχων, από 7% σε 8% του Σ.Κ.Ε., συνοδευόμενη από κάλυψη των προβλεπόμενων από τη Βασιλεία ΙΙΙ δεικτών ρευστότητας εκτιμάται ότι οδηγεί σε καθαρό όφελος αύξησης του προϊόντος ανερχόμενο σε 1,23% σε σχέση με την μακροχρόνια τάση αυτού.

Δεν πρέπει, βεβαίως, να ξεχνάμε ότι η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας δεν εκδίδει διατάξεις που έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να «μετουσιωθεί» σε Οδηγία, όπως είχε αντίστοιχα συμβεί με το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ που «μετουσιώθηκε» στις Οδηγίες 2006/48 & 49/ΕΚ («Capital Requirements Directive» ή εν συντομία CRD). Ηδη, η εν λόγω Οδηγία έχει υποστεί σειρά τροποποιήσεων, με πλέον σημαντικές αυτές που εισάγονται με την Οδηγία 2009/111/ΕΚ. («CRD II»). Επίσης, επίκειται η έκδοση νέας Οδηγίας «CRD III» η δε ενσωμάτωση της Βασιλείας ΙΙΙ θα γίνει μέσω της υπό διαμόρφωση «CRD IV».

Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το νέο αυτό πλαίσιο θα εφαρμοστεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση από τους εθνικούς επόπτες σε συνεργασία με τις νέες Ευρωπαϊκές Αρχές Εποπτείας, αλλά και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου. Η λειτουργία των νέων αυτών αρχών θα αρχίσει από 1.1.2011 και θα ενισχύσει τη συνεργασία και ομοιόμορφη εφαρμογή των εποπτικών κανόνων στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Banker's Review (T. 019)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778