Banker's Review Online - Στην πορεία προς μια χρηματοοικονομική ένωση

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Corporate Banking

Στην πορεία προς μια χρηματοοικονομική ένωση

18 Οκτωβρίου 2012 | 16:37 Γράφει ο Γιώργος  Φετοκάκης Topics: Compliance,Ευρωπαική Ένωση

Jorg Asmussen

Πολλά γράφονται για τη χρηματοοικονομική ένωση, που αποτελεί ίσως το βασικότερο συστατικό στοιχείο για μια σταθερή νομισματική ένωση στις τάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Jrg Asmussen, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρουσίασε πρόσφατα τις προοπτικές μιας χρηματοοικονομικής ένωσης, ενώ έθεσε επί τάπητος τις λεπτομέρειες εφαρμογής της.

Η παρακάτω διατύπωση στην τελική διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής  αποτέλεσε το έναυσμα για πολλές συζητήσεις το καλοκαίρι: «Οταν δημιουργηθεί, με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ένας αποτελεσματικότερος κανονιστικός μηχανισμός για τις τράπεζες στην επικράτεια του Ευρώ, τότε η ΕΚΤ θα έχει τη δυνατότητα να επανακεφαλοποίησει, ακολουθώντας μια σωστή στρατηγική, απευθείας τις τράπεζες».

Στην παραπάνω φράση αποτυπώνεται η απαρχή μιας οικονομικής ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο J. Asmussen παρέθεσε τις παρακάτω τρείς πτυχές:
1. Τι ρόλο θα παίξουμε στη ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών; Πώς αποτυπώνεται η κατάσταση στις σημερινές χρηματοοικονομικές αγορές;
2. Γιατί έχει γίνει απαραίτητη η χρηματοοικονομική ένωση; Πώς πρέπει να υλοποιηθεί;
3. Ποιο ρόλο θα παίξει η ΕΚΤ στη νέα εποπτική αρχιτεκτονική, ποιοι όροι πρέπει να εκπληρωθούν;

Που θα τοποθετηθούμε κατά τη χρηματοικονομική ρύθμιση; Πως είναι η κατάσταση στις αγορές; Από το 2008 οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των G20 τονίζουν την ανάγκη για την εφαρμογή μιας κοινής τακτικής για περισσότερη και βέλτιστη ρύθμιση. Υπήρχε συμφωνία σε ένα βασικό δίδαγμα που εξήλθε από την κρίση: το ότι τα συστημικά, σχετιζόμενα, ινστιτούτα, αγορές και όργανα θα έπρεπε να ρυθμιστούν και να εποπτευθούν δεόντως. Οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να καταλήξουν σε ένα “Single Rule book“, το οποίο θα περιλαμβάνει όλους τους κανονισμούς και τις κατευθυντήριες γραμμές, από τότε που ξεκίνησε η κρίση. Η χρήση μιας «σαλάτας» χαρακτήρων στην ονομασία του– όπως CRD IV, MiFID, EMIR, κ.λπ. – αποτελεί ένδειξη για το πόσο σύνθετο είναι το υλικό που περιλαμβάνει.

Οι τρεις πρώτες σύνοδοι κορυφής της ομάδας G20 των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων που έλαβαν χώρα στην Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και κυρίως στο Πίτσμπουργκ, έφεραν αποτελέσματα άνω του αναμενομένου όσον αφορά τη ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών, ενώ άλλες σύνοδοι κορυφής ήταν επιτυχημένες σε άλλες περιοχές – όπως, για παράδειγμα, η σύνοδος κορυφής της Σεούλ για τη μεταρρύθμιση του ΔΝΤ. Εντωμεταξύ, η σύνοδος κορυφής G20 φαίνεται να έχει απολέσει τον ηγετικό ρόλο της σχετικά με τη ρύθμιση των χρηματοποοικονομικών αγορών. «Πρέπει να προσπαθήσουμε ώστε να ανακτήσουμε τη χαμένη καθοδήγηση.

Η συσσώρευση τουλάχιστον λανθασμένων συμπεριφορών στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δείχνει ότι είναι απαραίτητη μια οξεία ρύθμιση, επειδή είτε οι εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί είτε η εξωτερική επιβλεψη δεν λειτουργούν. Σήμερα, είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό περισσότερο από ποτέ. Ισχύει στο δίκαιο το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά αν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν, τότε οι επιπτώσεις στο χειρισμό του LIBOR δεν θα μπορούν να προβλεφθούν», σημείωσε χαρακτηριστικά το στέλεχος της ΕΚΤ.

Η εποπτεία του Financial Stability Board (FSB) δείχνει ότι πολλοί εθνικοί νομοθέτες, δεδομένης της πληθώρας των νέων δημοσιονομικών νόμων, είναι υπερφορτωμένοι και υστερούν στο χρόνο εκτέλεσης. Ακόμα και η ΕΕ έρχεται αντιμέτωπη με την πρόκληση «ίδιοι κανόνες – διαφορετική εφαρμογή». Παρά τις μεγάλες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), πάσχει η προσέγγιση του «Single Rulebooks“ κάτω από μια άνιση εφαρμογή. Η νέα νομοθεσία – για παράδειγμα οι κανονισμοί και η ρύθμιση για βελτιωμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις – δίνει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μια σημαντική, διακριτική, ευχέρεια.

Πολυπλοκότητα
Πολλές από τις νέες οικονομικές ρυθμίσεις της αγοράς είναι εξαιτερικά πολύπλοκες. Δικαίως θα μπορούσε να θέσει κανείς το ερώτημα, για το αν η μεγάλη πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων οδηγήσει σε έλλειψη διαφάνειας και σε αβεβαιότητα στην αγορά και κατά συνέπεια, υπό την σκοπιά της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.

Η απλούστευση των κανόνων δεν θα ήταν η καλύτερη εναλλακτική λύση; Αυτό το ερώτημα διερευνήθηκε, για παράδειγμα, από τον Andrew Haldane της Bank of England σε ένα Research Paper, το οποίο παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο Jackson Hole των ΗΠΑ, κατά τη συνάντηση των επικεφαλής των Κεντρικών Τραπεζών.Παρακάτω παρατίθενται μερικά από τα ευρήματα του: Αν παρεί κανείς ως μέτρο εκτίμησης τον αριθμό σελίδων της ρύθμισης για την πολυπλοκότητα των κανονισμών, κάτι που σίγουρα αποτελεί μια ανεπίτρεπτη απλοποίηση, αλλά δίνει μια καλή πρώτη ένδειξη, τότε τα πράγματα έχουν ως εξής: η Basel Ι είχε 30 σελίδες, η Basel ΙΙ ήδη 350 σελίδες και η Basel III περιείχε 620 σελίδες.

Προσθέτοντας τις χιλιάδες σελίδων περιφερειακών ή/και εθνικών κανονισμών, ο Haldane καταλήγει στο συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας εμπειρική ανάλυση και όχι μόνο τον αριθμό σελίδων, ότι η απλή ρύθμιση δεν είναι λιγότερο αποτελεσματική από τη σύνθετη. Σε αυτό το σημείο, ο Jorg Asmussen ισχυρίστηκε ότι: «Κατανοώ, φυσικά, ότι η απλοποίηση της ρύθμισης παραβιάζει τη λεγόμενη ατομική δικαιοσύνη. Ξέρω, επίσης, ότι για την πολυπλοκότητα της ρύθμισης συχνά φταίει μια επιτυχημένη εργασία ενός lobby, το οποίο ψάχνει να βρει την κατάλληλη λύση για ένα ειδικό επιχειρηματικό μοντέλο.

Αλλά, πιστεύω ότι το βασικό ερώτημα του Andrew Haldane είναι σωστό και θα συνεχίσω να το σκέφτομαι. Σήμερα, η κατάσταση στις χρηματοοικονομικές αγορές έχει ως εξής: παρατηρούμε στον ευρωπαϊκό χώρο μια διεργασία κατακερματοποίησης της συνολικής οικονομικής αγοράς, ενώ λαμβάνει χώρα μια επανεθνικοποίηση. Για παράδειγμα, το ποσοστό του διασυνοριακού δανεισμού στην αγορά χρήματος έπεσε από το μέσο του 2011 έως σήμερα, από το 60% στο 40%. Σε πολλές χώρες οι καταθέσεις από το εξωτερικό έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τις αρχές του 2008. Οι Τράπεζες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τις εγχώριες εγγυήσεις κατά την πρόσβαση στην ΕΚΤ.

Η παρακάτω διατύπωση στην τελική διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής  αποτέλεσε το έναυσμα για πολλές συζητήσεις το καλοκαίρι: «Οταν δημιουργηθεί, με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ένας αποτελεσματικότερος κανονιστικός μηχανισμός για τις τράπεζες στην επικράτεια του Ευρώ, τότε η ΕΚΤ θα έχει τη δυνατότητα να επανακεφαλοποίησει, ακολουθώντας μια σωστή στρατηγική, απευθείας τις τράπεζες».

Στην παραπάνω φράση αποτυπώνεται η απαρχή μιας οικονομικής ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο J. Asmussen παρέθεσε τις παρακάτω τρείς πτυχές:
1. Τι ρόλο θα παίξουμε στη ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών; Πώς αποτυπώνεται η κατάσταση στις σημερινές χρηματοοικονομικές αγορές;
2. Γιατί έχει γίνει απαραίτητη η χρηματοοικονομική ένωση; Πώς πρέπει να υλοποιηθεί;
3. Ποιο ρόλο θα παίξει η ΕΚΤ στη νέα εποπτική αρχιτεκτονική, ποιοι όροι πρέπει να εκπληρωθούν;

Που θα τοποθετηθούμε κατά τη χρηματοικονομική ρύθμιση; Πως είναι η κατάσταση στις αγορές; Από το 2008 οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των G20 τονίζουν την ανάγκη για την εφαρμογή μιας κοινής τακτικής για περισσότερη και βέλτιστη ρύθμιση. Υπήρχε συμφωνία σε ένα βασικό δίδαγμα που εξήλθε από την κρίση: το ότι τα συστημικά, σχετιζόμενα, ινστιτούτα, αγορές και όργανα θα έπρεπε να ρυθμιστούν και να εποπτευθούν δεόντως. Οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να καταλήξουν σε ένα “Single Rule book“, το οποίο θα περιλαμβάνει όλους τους κανονισμούς και τις κατευθυντήριες γραμμές, από τότε που ξεκίνησε η κρίση. Η χρήση μιας «σαλάτας» χαρακτήρων στην ονομασία του– όπως CRD IV, MiFID, EMIR, κ.λπ. – αποτελεί ένδειξη για το πόσο σύνθετο είναι το υλικό που περιλαμβάνει.

Οι τρεις πρώτες σύνοδοι κορυφής της ομάδας G20 των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων που έλαβαν χώρα στην Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και κυρίως στο Πίτσμπουργκ, έφεραν αποτελέσματα άνω του αναμενομένου όσον αφορά τη ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών, ενώ άλλες σύνοδοι κορυφής ήταν επιτυχημένες σε άλλες περιοχές – όπως, για παράδειγμα, η σύνοδος κορυφής της Σεούλ για τη μεταρρύθμιση του ΔΝΤ. Εντωμεταξύ, η σύνοδος κορυφής G20 φαίνεται να έχει απολέσει τον ηγετικό ρόλο της σχετικά με τη ρύθμιση των χρηματοποοικονομικών αγορών. «Πρέπει να προσπαθήσουμε ώστε να ανακτήσουμε τη χαμένη καθοδήγηση.

Η συσσώρευση τουλάχιστον λανθασμένων συμπεριφορών στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δείχνει ότι είναι απαραίτητη μια οξεία ρύθμιση, επειδή είτε οι εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί είτε η εξωτερική επιβλεψη δεν λειτουργούν. Σήμερα, είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό περισσότερο από ποτέ. Ισχύει στο δίκαιο το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά αν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν, τότε οι επιπτώσεις στο χειρισμό του LIBOR δεν θα μπορούν να προβλεφθούν», σημείωσε χαρακτηριστικά το στέλεχος της ΕΚΤ.

Η εποπτεία του Financial Stability Board (FSB) δείχνει ότι πολλοί εθνικοί νομοθέτες, δεδομένης της πληθώρας των νέων δημοσιονομικών νόμων, είναι υπερφορτωμένοι και υστερούν στο χρόνο εκτέλεσης. Ακόμα και η ΕΕ έρχεται αντιμέτωπη με την πρόκληση «ίδιοι κανόνες – διαφορετική εφαρμογή». Παρά τις μεγάλες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), πάσχει η προσέγγιση του «Single Rulebooks“ κάτω από μια άνιση εφαρμογή. Η νέα νομοθεσία – για παράδειγμα οι κανονισμοί και η ρύθμιση για βελτιωμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις – δίνει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μια σημαντική, διακριτική, ευχέρεια.

Πολυπλοκότητα
Πολλές από τις νέες οικονομικές ρυθμίσεις της αγοράς είναι εξαιτερικά πολύπλοκες. Δικαίως θα μπορούσε να θέσει κανείς το ερώτημα, για το αν η μεγάλη πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων οδηγήσει σε έλλειψη διαφάνειας και σε αβεβαιότητα στην αγορά και κατά συνέπεια, υπό την σκοπιά της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.

Η απλούστευση των κανόνων δεν θα ήταν η καλύτερη εναλλακτική λύση; Αυτό το ερώτημα διερευνήθηκε, για παράδειγμα, από τον Andrew Haldane της Bank of England σε ένα Research Paper, το οποίο παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο Jackson Hole των ΗΠΑ, κατά τη συνάντηση των επικεφαλής των Κεντρικών Τραπεζών.Παρακάτω παρατίθενται μερικά από τα ευρήματα του: Αν παρεί κανείς ως μέτρο εκτίμησης τον αριθμό σελίδων της ρύθμισης για την πολυπλοκότητα των κανονισμών, κάτι που σίγουρα αποτελεί μια ανεπίτρεπτη απλοποίηση, αλλά δίνει μια καλή πρώτη ένδειξη, τότε τα πράγματα έχουν ως εξής: η Basel Ι είχε 30 σελίδες, η Basel ΙΙ ήδη 350 σελίδες και η Basel III περιείχε 620 σελίδες.

Προσθέτοντας τις χιλιάδες σελίδων περιφερειακών ή/και εθνικών κανονισμών, ο Haldane καταλήγει στο συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας εμπειρική ανάλυση και όχι μόνο τον αριθμό σελίδων, ότι η απλή ρύθμιση δεν είναι λιγότερο αποτελεσματική από τη σύνθετη. Σε αυτό το σημείο, ο Jorg Asmussen ισχυρίστηκε ότι: «Κατανοώ, φυσικά, ότι η απλοποίηση της ρύθμισης παραβιάζει τη λεγόμενη ατομική δικαιοσύνη. Ξέρω, επίσης, ότι για την πολυπλοκότητα της ρύθμισης συχνά φταίει μια επιτυχημένη εργασία ενός lobby, το οποίο ψάχνει να βρει την κατάλληλη λύση για ένα ειδικό επιχειρηματικό μοντέλο.

Αλλά, πιστεύω ότι το βασικό ερώτημα του Andrew Haldane είναι σωστό και θα συνεχίσω να το σκέφτομαι. Σήμερα, η κατάσταση στις χρηματοοικονομικές αγορές έχει ως εξής: παρατηρούμε στον ευρωπαϊκό χώρο μια διεργασία κατακερματοποίησης της συνολικής οικονομικής αγοράς, ενώ λαμβάνει χώρα μια επανεθνικοποίηση. Για παράδειγμα, το ποσοστό του διασυνοριακού δανεισμού στην αγορά χρήματος έπεσε από το μέσο του 2011 έως σήμερα, από το 60% στο 40%. Σε πολλές χώρες οι καταθέσεις από το εξωτερικό έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τις αρχές του 2008. Οι Τράπεζες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τις εγχώριες εγγυήσεις κατά την πρόσβαση στην ΕΚΤ.


Ο πυρήνας αυτής της – μεταφορικά μιλώντας – ανοικοδόμησης της «μπάρας διέλευσης» είναι η ισχυρή οικονομική διασύνδεση μεταξύ των μεμονομένων κρατών και των τραπεζικών τους συστημάτων. Η έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις τράπεζες στα επηρεαζόμενα κράτη-μέλη οδηγεί, εκτός των άλλων, σε μια ισχυρή εξάρτηση μερικών τραπεζικών συστημάτων από τη ρευστότητα της κεντρικής τράπεζας. Αυτός ο φαύλος κύκλος έχει συμβάλλει αποφασιστικά στο ότι η θέση των οικονομικών αγορών στον εωρωπαϊκό χώρο από το μέσα του τελευταίου έτους έχει, για άλλη μια φορά, επιδεινωθεί.

Τα ασφάλιστρα κινδύνων των κρατικών ομολόγων αντικατροπτίζουν, εντωμεταξύ, όχι μόνο τον κίνδυνο αφερεγγυότητας μεμονωμένων κρατών, αλλά κι ένα συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να υπήρχε σε μια νομισματική ένωση. Οι αγορές εκτιμούν, επίσης, την πιθανότητα διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για μια νομισματική ένωση τέτοιες συστημικές αμφισβητήσεις δεν είναι αποδεκτές. Μόνο ένα νόμισμα, για την ύπαρξη του οποίου δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφισβήτηση, αποτελεί ένα σταθερό νόμισμα. Αυτές οι αμφισβητήσεις έχουν παράπλευρες επιδράσεις στην ενιαία πολιτική χρήματος.

Για παράδειγμα, η μείωση των επιτοκίων στην οποία προέβη τον Ιούλιο η ΕΚΤ, δεν είχε συνεπή αποτελέσματα, ούτε συμβιβάζεται με την πραγματική οικονομία. Η ΕΚΤ δημοσίευσε στοιχεία, τα οποία δείχνουν κάτι το εντυπωσιακό: οι μικρές επιχειρήσεις στην Ισπανία, για παράδειγμα, πληρώνουν για μία πίστωση έως κι ένα εκατομμύριο ευρώ και με όρο, για περισσότερο από ένα και έως 5 χρόνια, με 6,5%, ήτοι περισσότερο από ποτέ, μετά το 2008. Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 6,24%, ενώ η ίδια πίστωση για επιχειρήσεις στη Γερμανία ανέρχεται στο 4% περίπου και με το ίδιο επιτόκιο».

Γιατί έχει γίνει απαραίτητη μια νομισματική ένωση; Πώς πρέπει να λάβει χώρα;
Παρά την κατακερματοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, η ανάπτυξη, από τότε που ξέσπασε η τραπεζική κρίση στην Ευρώπη το 2007/2008, μας έδειξε κυρίως ένα πράγμα: ο τραπεζικός τομέας στην Ευρώπη είναι συχνά τόσο πολύ συνυφασμένος με τα δημόσια οικονομικά, ώστε μια προβληματική περιοχή να μπορεί να «μολύνει» και άλλες, με αποτέλεσμα όλοι να ταρακουνηθούν και το όλο θέμα να αναπτυχθεί, τελικά, σε ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα, το οποίο δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, πλέον, μέσα σε ένα κράτος-μέλος, επειδή λείπουν οι οικονομικοί πόροι και υπάρχουν δομικές αδυναμίες. Στην Ιρλανδία, για παράδειγμα, η κατάσταση ξέφυγε από τον τεράστιου μεγέθους χρηματοπιστωτικό τομέα και γενικεύτηκε, ενώ το ίδιο βιώνουμε αυτή την περίοδο στην Κύπρο.

Στην Ελλάδα ίσχυσε η αντίθετη κατάσταση. Τα προβληματικά δημόσια οικονομικά επιβάρυναν ισχυρά τους ισολογισμους των εγχώριων τραπεζών, επειδή οι αγοραστές των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου κυρίως προέρχονταν από τις ελληνικές τράπεζες. Στη συνέχεια δυσκολεύτηκε η κρατική χρηματοδότηση, καθώς οι εγχώριες τράπεζες δεν μπορούσαν να δεχθούν τα ομόλογα. Η Ισπανία επαινέθηκε πολλές φορές στην οικονομική κρίση, επειδή οι εποπτικοί μηχανισμοί της χώρας μπόρεσαν να εμποδίσουν την εξάπλωση του προβλήματος μέσω πολύπλοκων, δομημένων προϊόντων.

Το πρόβλημα δεν ήταν τα τοξικά περιουσιακά στοιχεία για τις ισπανικές τράπεζες, αλλά η έκρηξη μιας κλασικής φούσκας ακινήτων, με τα ισπανικά ταμιεύτηρια, τα οποία υποστηρίζουν τώρα τις περιφέρειες και την κεντρική ισπανική κυβέρνηση, να έχουν επιβαρυνθεί πολύ. Μαζί με αυτές τις καταστρεπτικές μοχλεύσεις των τραπεζών και κρατών, η κρίση δημιούργησε το γενικό ερώτημα, τι σκέψεις υπάρχουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρώπη, όταν ο επόπτης αποτελεί μέρος της εθνικής εκτελεστικής επιτροπής και έτσι λογοδοτεί απέναντι σε μια Εθνική Βουλή και στον φορολογούμενο του εκάστοτε κράτους.

Στη συνέχεια επεσήμανε: «Μπορέσαμε να δούμε τα περασμένα χρόνια, ότι συγκεκριμένα συμφέροντα θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με το ενδιαφέρον για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρώπη. Οταν απειλείται αυτή η σταθερότητα σε όλη την Ευρώπη, τότε πρέπει να βρούμε μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση και αυτή η απάντηση είναι: πρέπει να δημιουργήσουμε μια οικονομική ένωση. Κάτι τέτοιο βέβαια γεννά το εξής ερώτημα: πώς θα φαίνονταν μια τέτοια οικονομική ένωση;

Η νέα αρχιτεκτονική θα πρέπει να στηριχθεί στους ακόλουθους πυλώνες:
1. Πρώτον, μια ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, η οποία θα διαθέτει επαρκή εργαλεία και δεξιότητες. Πρέπει να εξασφαλίσει μια ομοιόμορφη εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων. Αυτή η τραπεζική εποπτεία πρέπει να είναι σε θέση να κλείνει τα μη βιώσιμα ινστιτούτα και να προσφέρει τη σχετική κάλυψη.
2. Δεύτερον, μια ευρωπαϊκή Αρχή Διακανονισμού κι ένας ενιαίος κανόνας για την ολοκλήρωση ασταθών, συστημικών σχετιζόμενων, τραπεζών. Αυτή η Αρχή πρέπει να μπορεί να αποκτά πρόσβαση στα χρηματοδούμενα κεφάλαια. Αυτό εμποδίζει την επιφόρτιση των εθνικών προϋπολογισμών και των φορολογούμενων.
3. Τρίτον, η εγγύηση των καταθέσεων πρέπει να οργανωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή τουλάχιστον να εναρμονιστεί ξανά. 
Και τα τρία στοιχεία είναι αμοιβαία. Φανταστείτε ένα σκαμνί με τρία πόδια: αν λείπει το ένα πόδι, τότε το σκαμνί δεν στερεώνεται. Η τραπεζική εποπτεία μπορεί να είναι αποτελεσματική και να αντιδράσει ουσιαστικά μόνο αν διαθέτει πλήρη πληροφόρηση, για παράδειγμα για την εγγύηση των καταθέσεων, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να διαπραγματευτεί αποτελεσματικά, όταν, π.χ., διατάξει την εκκαθάριση ενός πιστωτικού ιδρύματος. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα επέκτασης της οικονομικής ένωσης σε άλλες περιοχές. Σκέφτομαι ιδιαίτερα για κεντρικές υποδομές της αγοράς, όπως είναι τα Central Counterparties (CCPs). Η δημιουργία μιας ενιαίας εποπτικής τραπεζικής αρχής για το ευρωπαϊκό χώρο αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση για μια απευθείας ανακεφαλοποίηση των τραπεζών μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας (ESM). Αυτή η σύνδεση μεταξύ της χρήσης των πόρων και τον έλεγχο είναι απαραίτητη», κατέληξε.

Ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ εντός της νέας εποπτικής αρχιτεκτονικής; Ποιες συνθήκες πρέπει να εκπληρωθούν;
Ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ εντός της νέας εποπτικής αρχιτεκτονικής; Η ΕΚΤ έχει επιβεβαιώσει, σε συνεργασία με τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες, ότι είναι έτοιμη να αναλάβει αυτή την ευθύνη. «Θα παίξει σημαντικό ρόλο», υποστηρίζει ο J. Asmussen. Mια τέτοια προοπτική βέβαια έχει προκαλέσει ασάφειες. Κάποιοι πιστεύουν, ότι μια Κεντρική Τράπεζα πρέπει να μείνει έξω από την εποπτεία των επιμέρους τραπεζών. Αλλοι ανησυχούν για μια συγκέντρωση της εξουσίας στην ΕΚΤ, η οποία θα παίζει το ρόλο μιας ευρωπαϊκής υπεραρχής.

«Καταλαβαίνουμε αυτές τις ανησυχίες, Για αυτό το λόγο η ΕΚΤ θα πρέπει να αναλάβει δράση ως Εποπτική Αρχή μόνο όταν εκπληρούνται συγκεκριμένοι όροι:
1. Kαταρχήν, πρέπει να παράμεινει άθικτος ο αρχικός στόχος της σταθερότητας των τιμών. Η νομισματική πολιτική, προς τα έξω και προς τα μέσα, πρέπει να οργανωθεί από την εποπτική Τραπεζική Αρχή. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο όργανο λήψης αποφάσεων εκτός από το συμβούλιο της ΕΚΤ, το οποίο θα είναι αρμόδιο για όλα τα εποπτικά καθήκοντα. Σήμερα, 14 από τις 17 εθνικές κεντρικές τράπεζες στον ευρωπαϊκό χώρο, διαθέτουν εποπτικά καθήκοντα.

2.
Δεύτερον, η ΕΚΤ θα πρέπει να προσέξει, ώστε η ανεξαρτησία της να μην παρεμποδιστεί με κανένα τρόπο. Ταυτόχρονα είναι, επίσης, σαφές, ότι τα καθήκοντα της τραπεζικής εποπτείας πρέπει να είναι κάτω από κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο. Διότι η τραπεζική εποπτεία μπορεί να παρέμβει σε βασικά δικαιώματα των επλεκομένων. Λογοδοτούμε ως ΕΚΤ για τη δράση μιας τραπεζικής εποπτείας. Τόσο απέναντι στην ευρωπαϊκή βουλή όσο και στο υπουργικό συμβούλαιο της ΕΕ.

3.
Τρίτον, θα πρέπει η νομοθεσία να παρέχει στην ΕΚΤ όλα τα μέσα, τα οποία είναι απαραίτητα ώστε να μπορέσει να εξασκήσει τα καθήκοντα μιας εποπτικής αρχής. Πρέπει η ΕΚΤ να μπορεί να επωφεληθεί από την εμπειρία και την τεχνογνωσία των εθνικών κεντρικών τραπεζών.

Διότι είναι σαφές ότι πολλά εποπτικά καθήκοντα θα μπορούν να εκτελεστούν ακόμα και στο μέλλον μόνο τοπικά. Παράλληλα πρέπει να εξασφαλιστεί μια ομοιόμορφη εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών. Ιδιαίτερη σημασία έχει κυρίως η άμεση πρόσβαση σε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τα ινστιτούτα που εποπτεύονται, όπως, για παράδειγμα, οι εκθέσεις ελέγχου για τις τραπεζικές εργασίες και οι αναλύσεις για τις οικονομικές καταστάσεις.

Η ΕΚΤ πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχει επαρκή δικαιώματα για να παρέμβει και, όπως αναφέρθηκε, να έχει το δικαίωμα ώστε να κλείνει τις μη βιώσιμες τράπεζες. Χωρίς αυτόν τον ελάχιστο εξοπλισμό η ΕΚΤ, κατά την άποψη μου, δεν θα αναλάβει καμία ευθύνη, διότι ο κίνδυνος για τη φήμη της θα ήταν πολύ μεγάλος Μέχρι την υλοποίηση των προτάσεων της Επιτροπής πρέπει να διευκρινιστούν μια σειρά από σημαντικά ζητήματα σχεδιασμού.

4.
Πώς θα πρέπει να γίνει ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στην ΕΚΤ και τις άλλες ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές – ιδιαίτερη την ΕΒΑ; Θα ήταν δυνατό, κατά την άποψη μου, η ΕΒΑ να συνεχίζει να είναι αρμόδια για την περαιτέρω ανάπτυξη του “Single Rulebook“ στην εσωτερική αγορά της ΕΕ των 27.

5.
Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία θα ελέγχει μόνο τις τράπεζες της ευρωζώνης ή ολόκληρης της ΕΕ; Μια λειτουργική οικονομική ένωση συνδέεται με μια νομισματική ένωση. Από αυτή την άποψη θα ήταν χρήσιμη μια εστίαση στα θεσμικά όργανα της ζώνης του ευρώ. Οι εκτός ευρώ χώρες, ωστόσο, θα έπρεπε να είναι ελέυθερες ώστε να μπορούν να εισέλθουν και αυτές υπό μια ευρωπαϊκή εποπτεία.

6.
Θα αφορά τις τράπεζες όλων των μεγεθών ή μόνο τις συστηματικά σχετιζόμενες; Κατά την προσωπική μου άποψη είναι λογικό, τουλάχιστον αρχικά, οι εωρωπαϊκές εποπτικές αρχές να περιοριστούν στις ευρωπαϊκά και εθνικά συστηματικά σχετιζόμενες. Στις αρχές του 2013 μια οργάνωση της εποπτείας για όλες τις τράπεζες του ευρώ, δεν είναι ούτε σκόπιμη, ούτε πραγματοποιήσιμη. Σημαντικό είναι, η ευρωπαϊκή εποπτεία να είναι λειτουργική και αποτελεσματική εξ αρχής.

7.
Ποια θα είναι η κατανομή των καθηκόντων ανάμεσα στην ΕΚΤ και τις Εθνικές Αρχές; Ο λειτουργικός καταμερισμός της εργασίας αποτελεί μια σημαντική πρόκληση. Καταρχήν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό οι τοπικοί εμπειρογνώμονες. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εγγυηθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των εποπτικών προτύπων σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ. Αν μη τι άλλο, για τις ίδιες τις τράπεζες το σύστημα δεν πρέπει να γίνει περισσότερο περίπλοκο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν συσταθεί μια μικτή εποπτική ομάδα από εθνικούς και ευρωπαίους ειδικούς, ανά Τράπεζα.

Αυτή η ομάδα θα μπορούσε, επίσης, να ενεργήσει ενιαία απέναντι στις Τράπεζες. Η ευρωπαϊκή εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα ώστε να ξαναναθέτει την εποπτεία στις εθνικές αρχές. Επιπλέον, θα πρέπει ο ESM να είναι το συντομότερα δυνατό σε θέση, να επανακεφαλοποιεί απευθείας τις τράπεζες. Αλλά, τα πράγματα πρέπει να γίνονται σωστά και όχι να καθοδηγούμαστε υπό πίεση σε μισοτελειωμένες λύσεις», σημειώνει ο J. Asmusen.


Χρειάζονται ακόμα τρία συστατικά για την οικονομική ένωση
Ο Jorg Asmussen συμπεραίνει ότι: «Μια οικονομική ένωση δεν μπορεί από μόνη της να λύσει την κρίση. Μια τέλεια υλοποιημένη οικονομική ένωση δεν θα μπορούσε να φέρει σε ισορροπία τον ελληνικό προϋπολογισμό ή να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της Πορτογαλίας. Διότι πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της κρίσης, επίσης, στις περιοχές της κοινής δημοσονομικης και οικονομικής πολιτικής. Η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει τώρα.

Ή θα εκπληρώσουμε το στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μοιράζοντας την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική με την Ευρώπη, ή θα ακολουθήσουμε τον άλλο δρόμο, μιας αποκεντρωμένης Ευρώπης. Αυτό θα σημαίνει ότι θα διακινδυνέψουμε τα μεγάλα οικονομικά οφέλη, που φέρει η νομισματική ένωση και η ενιαία αγορά. Για να το αποφύγουμε αυτό, οφείλουμε να ολοκληρώσουμε την αρχιτεκτονική της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Γι’ αυτό το σκοπό χρειάζονται, εκτός από την οικονομική ένωση, ακόμα τρία βασικά στοιχεία:
1. Μια δημοσιονομική ένωση
2. Μια γνήσια οικονομική ένωση
3. Μια δημοκρατικά ρυθμιζόμενη πολιτική ένωση

Αυτά τα δομικά στοιχεία είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Πρόοδοι σε μόνο ένα από τα αυτά τα τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία δεν επαρκούν – και οι τέσσερις πτυχές είναι απαραίτητες για μια λειτουργική εικονική και νομισματική ένωση, για το μέλλον ενός σταθερού ευρώ.
Η απάντηση μου σε αυτή την κατάσταση είναι μονοσήμαντη: περισσότερη Ευρώπη, μια καλύτερη Ευρώπη. Αλλά, όχι ως αυτοσκοπό. Αλλά ως το δρόμο προς μια Ευρώπη των λαών, της ελευθερίας και της ασφάλειας, στο παγκοσμιοποιημένο κόσμο του 21ου αιώνα».

Banker's Review (T. 029)
« 1 2 3 4 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778