Banker's Review Online - Green Banking: Μάχη για την «πράσινη» πίτα των 50 δις. ευρώ

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Corporate Banking

Προδημοσίευση στο Banker's Review

Green Banking: Μάχη για την «πράσινη» πίτα των 50 δις. ευρώ

5 Ιουλίου 2010 | 10:39 Γράφει ο Γιώργος  Καλούμενος Topics: Επενδύσεις,Επιχειρηματικά δάνεια,Χρηματοδοτήσεις

Green Banking: Μάχη για την «πράσινη» πίτα των 50 δις. ευρώ

Τώρα που οι «καλεσμένοι» του καταναλωτικού πάρτυ της προηγούμενης δεκαετίας περνούν μια περίοδο hangover, οι τράπεζες θα πρέπει να αναζητήσουν νέα κανάλια για να διοχετεύσουν την «ενεργητικότητά» τους. Η πράσινη οικονομία είναι ένα από αυτά και μάλιστα πρόκειται για κανάλι διεθνούς εμβέλειας και «μεταγλωττισμένο». Κρίσιμο ρόλο στην εθνική προσπάθεια για περισσότερη «πράσινη» ανάπτυξη μέσα στην επόμενη δεκαετία αναμένεται να διαδραματίσει η τραπεζική αγορά μέσω του green banking.

Η υποχρέωση που έχει αναλάβει η Ελλάδα έναντι της Ευρωπαϊκής Eνωσης να καλύψει το 20% των ενεργειακών αναγκών της μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το 2020, με παράλληλη μείωση κατά το ίδιο ποσοστό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, επιβάλλει την πραγματοποίηση επενδύσεων που θα φτάσουν, και ίσως να ξεπεράσουν, τα 50 δις ευρώ.

Τα προγράμματα green banking των εγχώριων τραπεζών αναμένεται να αποτελέσουν το σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης των «πράσινων» επενδύσεων στη χώρα μας, καθώς τα ποσοστά επιδοτήσεων κυμαίνονται από 30% έως 50%, κάτι που σημαίνει ότι το ήμισυ και πλέον των επενδύσεων θα πρέπει να καλυφθεί από ιδιωτικά κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις υπάρχουν τραπεζικά προγράμματα που καλύπτουν σε ποσοστό 100% κάποιες επενδύσεις.

Για την επόμενη πενταετία υπολογίζεται ότι ποσό της τάξης των 10 δις ευρώ θα «απελευθερωθεί» από τις τράπεζες για την υλοποίηση των πράσινων στόχων της χώρας.

Το green banking καλύπτει κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα που έχει στόχο την προστασία ή τη μείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Από την παραγωγή ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών (φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα, βιομάζα κ.λπ.), την εξοικονόμηση ενέργειας (βιοκλιματικά-ενεργειακά κτήρια, οικολογική δόμηση κ.λπ.), τις «πράσινες» μεταφορές (μεταφορικά μέσα με χαμηλές εκπομπές CO2, υβριδικά αυτοκίνητα, επαγγελματικά οχήματα με φυσικό αέριο κ.λπ.), τη βιολογική γεωργία, μέχρι την πράσινη χημεία (ήπια απορρυπαντικά, βιοπολυμερή, φυτικά καλλυντικά) και τον αγροτουρισμό.

Η υποχρέωση που έχει αναλάβει η Ελλάδα έναντι της Ευρωπαϊκής Eνωσης να καλύψει το 20% των ενεργειακών αναγκών της μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το 2020, με παράλληλη μείωση κατά το ίδιο ποσοστό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, επιβάλλει την πραγματοποίηση επενδύσεων που θα φτάσουν, και ίσως να ξεπεράσουν, τα 50 δις ευρώ.

Τα προγράμματα green banking των εγχώριων τραπεζών αναμένεται να αποτελέσουν το σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης των «πράσινων» επενδύσεων στη χώρα μας, καθώς τα ποσοστά επιδοτήσεων κυμαίνονται από 30% έως 50%, κάτι που σημαίνει ότι το ήμισυ και πλέον των επενδύσεων θα πρέπει να καλυφθεί από ιδιωτικά κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις υπάρχουν τραπεζικά προγράμματα που καλύπτουν σε ποσοστό 100% κάποιες επενδύσεις.

Για την επόμενη πενταετία υπολογίζεται ότι ποσό της τάξης των 10 δις ευρώ θα «απελευθερωθεί» από τις τράπεζες για την υλοποίηση των πράσινων στόχων της χώρας.

Το green banking καλύπτει κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα που έχει στόχο την προστασία ή τη μείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Από την παραγωγή ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών (φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα, βιομάζα κ.λπ.), την εξοικονόμηση ενέργειας (βιοκλιματικά-ενεργειακά κτήρια, οικολογική δόμηση κ.λπ.), τις «πράσινες» μεταφορές (μεταφορικά μέσα με χαμηλές εκπομπές CO2, υβριδικά αυτοκίνητα, επαγγελματικά οχήματα με φυσικό αέριο κ.λπ.), τη βιολογική γεωργία, μέχρι την πράσινη χημεία (ήπια απορρυπαντικά, βιοπολυμερή, φυτικά καλλυντικά) και τον αγροτουρισμό.


Ουραγός η Ελλάδα στις ΑΠΕ
Σε ότι αφορά την παραγωγή ενέργειάς από Ανανεώσιμες Πηγές, η χώρα μας είναι ουραγός σε σχέση με τις περισσότερες προηγμένες χώρες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης, παρά το γεγονός ότι έχει και αυτή πλούσιο αιολικό δυναμικό και ηλιοφάνεια.

Οι κύριοι λόγοι της υστέρησης που επέδειξε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ήταν η γραφειοκρατία, οι αλλαγές του νομοθετικού πλαισίου, το χωροταξικό πρόβλημα, οι ανεπαρκείς υποδομές των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Πολλά από αυτά τα προβλήματα λύνονται σταδιακά το τελευταίο διάστημα, με αποτέλεσμα να προχωρούν πιο γρήγορα οι επενδύσεις.

Συγκεκριμένα, με νέο νομοσχέδιο που ψηφίστηκε στις 4/6 επιχειρείται η μείωση του μέσου χρόνου αδειοδότησης σε 10-12 μήνες από 4-5 χρόνια που ήταν μέχρι σήμερα. Μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο προβλέπει διευκολύνσεις στα φωτοβολταϊκά που γίνονται στις ταράτσες κτηρίων σε αγροτικές περιοχές, ενώ για τα έργα μέχρι 500 KW δεν θα απαιτείται στο εξής περιβαλλοντική μελέτη.

Τα στελέχη της τραπεζικής αγοράς θεωρούν ότι οι ΑΠΕ είναι ο μόνος τομέας που παρέχονται εγγυήσεις, ενώ και οι τιμές πώλησης είναι εξασφαλισμένες από το νόμο. Βέβαια, η τιμή αυτή υποχωρεί συνεχώς το τελευταίο διάστημα, σχεδόν κατά 5% κάθε εξάμηνο για τις νέες άδειες, και τώρα βρίσκεται στα επίπεδα των 0,45 ευρώ την κιλοβατώρα, αλλά παράλληλα υποχωρεί και το κόστος της επένδυσης.

Η καθυστέρηση της ανάπτυξης των ΑΠΕ, τα τελευταία χρόνια δημιουργεί τόσο στις τράπεζες όσο και στους επενδυτές την αισιοδοξία ότι ο κλάδος θα «τρέξει» με μεγαλύτερη ταχύτητα στο άμεσο μέλλον, με πολλαπλά οφέλη για τη δοκιμαζόμενη ελληνική οικονομία, κάποια εκ των οποίων ενδεχομένως να είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και η μείωση της ανεργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι θέσεις εργασίες που αναμένεται να δημιουργηθούν μέσα στην επόμενη τετραετία από τις ΑΠΕ θα φτάσουν τις 55.000.  Σε ότι αφορά την έως τώρα ανάπτυξη αιολικών πάρκων, τα περισσότερα είναι εγκατεστημένα στη Θράκη, την Εύβοια και σε μεγάλα νησιά όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Μυτιλήνη και η Κεφαλονιά.

Η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας και των ΑΠΕ γενικά, έχει οδηγήσει σε κλείσιμο συμβατικών και πυρηνικών σταθμών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Την περίοδο 2000-2009, στην Ενωμένη Ευρώπη η συνολική εγκατεστημένη ισχύς των στερεών καυσίμων (άνθρακα, λιγνίτη) μειώθηκε κατά 12.010 MW, του πετρελαίου κατά 12.920 MW και των πυρηνικών κατά 7.205 MW. Η τάση αυτή είναι διαρκώς και πιο έντονη. Χαρακτηριστικά, το 2009, η συνολική καθαρή αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος για ηλεκτροπαραγωγή στη Ευρώπη προήλθε κατά 77% από ΑΠΕ, εκ των οποίων το 50% από αιολικά πάρκα και 21% από φωτοβολταϊκά.

Στην Ελλάδα, όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι η εκμετάλλευση του αιολικού δυναμικού πρέπει να αποτελέσει έναν από τους στρατηγικούς στόχους της χώρας για την πράσινη ανάπτυξη. Είναι ενδεικτικό ότι ένα αιολικό πάρκο 40MW σε μια περιοχή με σχετικά καλό αιολικό δυναμικό (2.750 ισοδύναμες ώρες), παράγει ετησίως 110.000 MWh και εξοικονομεί 93 χιλιάδες τόνους CO2 προσφέροντας όφελος της τάξης των 2,8 εκατ. ευρώ κάθε έτος στην εθνική οικονομία (30 ευρώ/tn) ή όφελος 70.000 ευρώ/MW κάθε έτος.

Σχετικά με την φιλολογία για τις επιπτώσεις των αιολικών πάρκων στον τουρισμό και τις αντιδράσεις που υπάρχουν στις τοπικές κοινωνίες με το επιχείρημα ότι μειώνουν την ελκυστικότητα των νησιών και των βουνών ή ότι μειώνουν την αξία της γης στην οποία εγκαθίστανται, έρευνες έχουν αποδείξει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Μάλιστα, το αιολικό πάρκο Παναχαϊκού που αποτελείται από 57 ανεμογεννήτριες αποτελεί το δεύτερο πιο πολυφωτογραφημένο θέμα για τους τουρίστες στην περιοχή μετά τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, ενώ κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το αιολικό πάρκο της Ανάβρας.

Τεράστιες οι δυνατότητες ανάπτυξης στα φωτοβολταϊκά
Για τα φωτοβολταϊκά συστήματα η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει στόχο να συμμετέχουν στο συνολικό ενεργειακό μείγμα κατά 12% μέχρι το 2020. Αυτό σημαίνει ότι για το σύνολο της Ευρώπης, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς πρέπει να φτάσει τα 390 GWp, ενώ αντίστοιχα στην Ελλάδα τα 6 GWp μέχρι το 2020. Αν και τα δύο τελευταία χρόνια ο ρυθμός αύξησης των νέων εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών έχει αυξηθεί, η ελληνική αγορά βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.

Υπολογίζεται ότι για τα επόμενα 10 χρόνια θα πραγματοποιηθεί ένας ετήσιος μέσος όρος εγκαταστάσεων περίπου 300 MWp προκειμένου να επιτευχθεί σε ένα μεγάλο βαθμό μέρος του εθνικού μας στόχου.

Τα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να συνδεθούν με το ηλεκτρικό δίκτυο σαν μικρά, μεσαία ή μεγάλα αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής και να συνεισφέρουν στη μείωση της αιχμής ζήτησης, λόγω σύμπτωσης το καλοκαίρι με τη μεσημεριανή αιχμή.

Παράλληλα με την επιτόπια κατανάλωση μειώνονται οι απώλειες, λόγω του ότι δεν υπάρχει ανάγκη μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας από τους κεντρικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Η τιμή των φωτοβολταϊκών συστημάτων είναι αρκετά χαμηλή, ώστε εδώ και χρόνια να αποτελούν οικονομική λύση για την ηλεκτροδότηση αυτόνομων συστημάτων, μακριά από το ηλεκτρικό δίκτυο, εφαρμογές χαμηλής κατανάλωσης σε καταναλωτικά προϊόντα (αριθμομηχανές κ.λπ.). Η μείωση της τιμής των φωτοβολταϊκών είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης με την οποία έγινε κατά πολύ φθηνότερη η αγορά των πανέλων.

Συγκεκριμένα, ενώ πριν την κρίση η αγορά και εγκατάστασή τους κόστιζε περί τα 5.000 με 6.000 ευρώ το κιλοβάτ, σήμερα κοστίζει 3.000 με 4.000 ευρώ. Δηλαδή, έχει σχεδόν φτάσει στα επίπεδα μιας εγκατάστασης για αιολική ενέργεια, η οποία κοστίζει κοντά στα 2.500 ευρώ το κιλοβάτ.

Η σημαντική πτώση των τιμών, όμως, ήρθε και με την προώθηση των εφαρμογών μέσω προγραμμάτων με ειδική τιμή για την πώληση της ενέργειας στο ηλεκτρικό δίκτυο και την επένδυση της βιομηχανίας σε μονάδες παραγωγής φωτοβολταϊκών σε μεγάλη κλίμακα, λόγω των προγραμμάτων προώθησης.

Ανάλογα με το ηλιακό δυναμικό κάθε χώρας, το κόστος πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές και τη μειούμενη τιμή αγοράς των Φ/Β συστημάτων, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να υπολογίζονται οι επιδοτήσεις, μειώνεται. Ηδη, στη Νότια Ιταλία, το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από Φ/Β είναι περίπου ίσο με αυτό που πληρώνουν οι καταναλωτές. Με τη συνεχιζόμενη μείωση των τιμών των Φ/Β, η σχέση αυτή θα γίνεται θετική για τα Φ/Β για ολοένα και περισσότερες χώρες. Σημαντικές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε όλη την Ελλάδα  από τον Εβρο, τη Δράμα, το Κιλκίς την Κοζάνη, την Ηλεία, τη Μεσσηνία μέχρι την Κρήτη.

Σε εμβρυακό επίπεδο η χρήση βιομάζας
Στην παραγωγή ενέργειας από βιομάζα η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες στην Ευρώπη των 27 χωρών. Συγκεκριμένα, βρίσκεται στην 22η δεύτερη θέση με τις επιδόσεις της να είναι πολύ χαμηλές σε αυτόν τον τομέα, παρά το γεγονός ότι στην Ευρώπη η βιομάζα χρησιμοποιείται όσο καμία άλλη μορφή ΑΠΕ για την παραγωγή θερμότητας, ενώ έρχεται δεύτερη μεταξύ των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Στην Ελλάδα, η βιομάζα χρησιμοποιείται με τρεις τρόπους κυρίως. Με κούτσουρα σε ανοικτά τζάκια και λέβητες ξύλου για θέρμανση, ως βιοαέριο από ΧΥΤΑ ή βιολογικούς καθαρισμούς αστικών αποβλήτων, επίσης για θερμότητα, και αγροτικά υπολείμματα για παραγωγή θερμότητας σε γεωργικές βιομηχανίες και θερμοκήπια. Δηλαδή δεν χρησιμοποιούνται καθόλου τα απόβλητα της κτηνοτροφίας, δεν υπάρχει συμπαραγωγή ενέργειας από στερεή βιομάζα, ενώ η χρήση pellet (συσσωματώματα, ή σύμπηκτα ξύλου) βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο.

Αποκομιδή και διαχείριση απορριμμάτων
Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται το θέμα της αποκομιδής και διαχείρισης απορριμμάτων στη χώρα μας. Ο σχεδιασμός που έχει ξεκινήσει από το 2003,  τουλάχιστον σε ότι αφορά τα βιομηχανικά απόβλητα, έχει μείνει στάσιμος, με αποτέλεσμα η χώρα μας όχι μόνο να μην απολαμβάνει τα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη της ανακύκλωσης, αλλά να κινδυνεύει να χάσει πολύ σημαντικά και φθηνά κονδύλια από το ΕΣΠΑ, καθώς και να καταδικαστεί από τα ευρωδικαστήρια, πληρώνοντας πολύ μεγαλύτερα πρόστιμα στο μέλλον. Στην αποκομιδή οικιακών αποβλήτων η κατάσταση εμφανίζεται καλύτερη, καθώς η χώρα μας έχει επιτύχει ικανοποιητική επίδοση μέχρι στιγμής.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία η Ελλάδα πρέπει να μειώσει τα απόβλητά της κατά 50% μέχρι το 2050, ενώ μέχρι φέτος έπρεπε να τα έχει μειώσει κατά 20%, στόχος που φυσικά δεν έχει εκπληρωθεί ούτε κατά προσέγγιση. Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση βρίσκεται σε αναζήτηση ιδιωτικών κεφαλαίων ύψους 1,2 δισ. ευρώ προκειμένου να υλοποιηθούν τα έργα για τη διαχείριση των απορριμμάτων και την ανακύκλωση, εκ των οποίων τα 650 εκ. ευρώ αφορούν μόνο στην Αττική. Ο περιφερειακός σχεδιασμός προβλέπει τη λειτουργία 3 ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης απόβλήτων, εκ των οποίων το 85% θα πηγαίνει στην Δυτ. Αττική και το υπόλοιπο15% θα μοιράζονται η Κερατέα και η περιοχή του Γραμματικού.

Μάλιστα, όπως ανέφερε η υπουργός Περιβάλλοντος Τίνα Μπιρμπίλη, σε πρόσφατη ημερίδα του  Συνδέσμου Ενεργειακών Βιομηχανιών Ανακύκλωσης και Ενεργειακής Αξιοποίησης (ΣΕΒΙΑΝ), θα προωθηθούν έργα διαχείρισης αποβλήτων και ανακύκλωσης μέσω ΣΔΙΤ και συμβάσεων παραχώρησης.

«Είναι ανάγκη να υπάρξει συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Χρειάζεται να αξιοποιηθούν και ιδιωτικοί πόροι στο πλαίσιο έργων με το σύστημα παραχώρησης ή με τη μορφή σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ)», είπε η Τ. Μπιρμπίλη, εξηγώντας ότι επιδιώκεται η συνεργασία με τους ιδιώτες στην κατασκευή και λειτουργία μονάδων επεξεργασίας και αξιοποίησης αποβλήτων στο πλαίσιο του συνολικού σχεδιασμού διαχείρισης.

Για την υλοποίηση του συνολικού σχεδιασμού απαιτούνται περίπου 1,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων στο ΕΣΠΑ είναι δεσμευμένα 700 εκατ. ευρώ και θα αναζητηθούν ιδιωτικά κεφάλαια 1,2 δισ. ευρώ. Μία από τις ασφαλέστερες λύσεις για την ενεργειακή αξιοποίηση των υπολειμμάτων της ανακύκλωσης είναι από την τσιμεντοβιομηχανία. Πρόκειται για λύση χαμηλού κόστους, η οποία εξοικονομεί μη ανανεώσιμες ορυκτές πρώτες ύλες και καύσιμα, μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της βιομηχανίας και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά της χωρίς αρνητικές συνέπειες στην υγεία των εργαζομένων και των τοπικών κοινωνιών.

Σε ότι αφορά την ενεργειακή αξιοποίηση του SRF (δευτερογενές  καύσιμο), μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για την θερμική υποκατάσταση είτε για την υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων. Η σύσταση των απορριμμάτων που παράγονται στην Αττική αποτελείται από 43,6% ζημώσιμα απορρίμματα, 28,1% χαρτί (οι δύο αυτές πρώτες κατηγορίες είναι βιοπαδομήσιμα απορρίμματα), 13% πλαστικά, 3,3% μέταλλα το και 3,4% γυαλί.

Ενεργειακά κτήρια
Η σημασία της εξοικονόμησης ενέργειας, τόσο για την επίτευξη των εθνικών στόχων όσο και για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, είναι μεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κτηριακός τομέας «ευθύνεται» για το 40% περίπου της κατανάλωσης ενέργειας τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κατανάλωση αυτή, είτε σε μορφή θερμικής (κυρίως πετρέλαιο) είτε σε μορφή ηλεκτρικής ενέργειας, έχει ως αποτέλεσμα, πέραν των σημαντικών οικονομικών απωλειών, την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με ρύπους.

Γι' αυτό το λόγο το υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, από τις αρχές του έτους, κίνησε τις διαδικασίες ανανέωσης και θεσμοθέτησης του νομικού πλαισίου προκειμένου να καταστεί εφαρμόσιμη στην πράξη η επιθεώρηση των κτηρίων με σκοπό την περαιτέρω εξοικονόμηση ενέργειας και σ' αυτό τον τομέα.

Σ' αυτή την κατεύθυνση καταργήθηκε ο Κανονισμός Θερμομόνωσης που ίσχυε από το 1980 και στη θέση του δημιουργήθηκε ένας νέος ενεργειακός κανονισμός, που θα είναι εύχρηστος και άμεσα εφαρμόσιμος.

Η εξοικονόμηση ενέργειας σε ένα κτήριο εξασφαλίζεται εν μέρει με τον κατάλληλο σχεδιασμό του και τη χρήση ενεργειακά αποδοτικών δομικών στοιχείων και συστημάτων, και εν μέρει μέσω της υψηλής αποδοτικότητας των εγκατεστημένων ενεργειακών συστημάτων, η οποία προϋποθέτει την άριστη ποιότητα του σχετικού εξοπλισμού και της εγκατάστασής του, καθώς και των σχετικών τεχνικών μελετών που τον προδιαγράφουν. Αλλος ένας καθοριστικός παράγοντας εξοικονόμησης ενέργειας είναι η ενεργειακή διαχείριση του κτηρίου.

Τέλος Ιουνίου αναμένεται η έναρξη εφαρμογής του Προγράμματος "Εξοικονομώ Κατ' Οίκον" που θα υλοποιηθεί μέσω τραπεζών και θα παρέχει δάνεια με επιδότηση επιτοκίου, ή άμεση επιχορήγηση 30% για παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας σε κτήρια που έχουν χτιστεί πριν το 1980 σε περιοχές με τιμή ζώνης μέχρι 1.500 ευρώ καθώς και φοροαπαλλαγές. Σύμφωνα με τα όσα ανακοίνωσε η υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Τίνα Μπιρμπίλη, από το πρόγραμμα αναμένεται να επωφεληθούν 100.000 κατοικίες σε όλη την Ελλάδα. με συνολικό προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ.

Η συνολική εξοικονόμηση ενέργειας υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει το 1 δισ. κιλοβατώρες. Για τα δάνεια με επιδότηση επιτοκίου θα μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις ιδιοκτήτες κατοικιών με ατομικό εισόδημα μέχρι 30.000 ευρώ ή οικογενειακό μέχρι 50.000 ευρώ. Η επιδότηση θα είναι 5 εκατοστιαίες μονάδες και στόχος του υπουργείου είναι τα δάνεια να είναι άτοκα.

O έλεγχος ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων και η έκδοση «πράσινων» πιστοποιητικών θα γίνεται από σώμα ενεργειακών ιδιωτών ενεργειακών επιθεωρητών. Προβλέπεται η δημιουργία μητρώου από μηχανικούς που θα έχουν παρακολουθήσει εξάμηνο σεμινάριο εξειδίκευσης και θα έχουν επιτύχει σε συγκεκριμένη εξεταστική διαδικασία που θα ακολουθήσει. H αξιοπιστία των ιδιωτών επιθεωρητών θα ελέγχεται από επιθεωρητές του Δημοσίου, μέσω δειγματοληπτικών ελέγχων ή έπειτα από κάποια καταγγελία.

Banker's Review (T. 017)
« 1 2 3 4 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778