Banker's Review Online - Έρχεται το τέλος της εποχής “too big to fail”;

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Strategy and Development

Έρχεται το τέλος της εποχής “too big to fail”;

16 Μαΐου 2013 | 17:28 Γράφει η Ισαβέλλα  Ζαμπετάκη Topics: Government,Management

Το ακανθώδες θέμα των τραπεζών που θεωρούνται πολύ μεγάλες, σύνθετες και αλληλένδετες για να πτωχεύσουν έχει μπει στο στόχαστρο των νέων κανονιστικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση του σχετικού κινδύνου. Μπορούμε, όμως, να “κοιμόμαστε ήσυχοι”;

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών έχει ζητήσει από τους 39 μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης να πληρούν κάποιες νέες απαιτήσεις ετοιμότητας όσον αφορά το σχεδιασμό ανάκαμψης (recovery and resolution plans- RRPs) μέχρι το τέλος του 2013. Ποια είναι η πρόοδος που έχουν σημειώσει μέχρι σήμερα οι  τράπεζες προκειμένου να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους από μια ενδεχόμενη κατάρρευση των συστημικά μεγάλων τραπεζών; Οι νέες ρυθμίσεις σηματοδοτούν το τέλος της εποχής του “πολύ μεγάλος για να πτωχεύσει”;

Ας εξετάσουμε μία σειρά από ενέργειες που τίθενται σε εφαρμογή με στόχο την ενίσχυση της άμυνας των συστημικά μεγάλων τραπεζών:

Υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις
Οι συστημικές τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν επιπρόσθετο κεφάλαιο ύψους 1-3,5% του σταθμισμένου ενεργητικού τους, ανάλογα με το επίπεδο της συστημικής τους βαρύτητας.  Στις περιπτώσεις τραπεζών που θεωρούνται συστημικές μόνο σε επίπεδο εθνικού τραπεζικού συστήματος, τα ποσοστά αυτά προσδιορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Κάποιες χώρες έχουν, ωστόσο, επιβάλει ακόμη υψηλότερα ποσοστά. Οι ελβετικές τράπεζες, για παράδειγμα, καλούνται να διατηρούν μέχρι και το 9% του επιπρόσθετου κεφαλαίου υπό τη μορφή υβριδικών ομολόγων (Cocos).

Ισχυρότερη εποπτεία
Οι συστημικές τράπεζες θα υποστούν επίσης εντονότερη και αποτελεσματικότερη εποπτεία. Θα κληθούν να μοιραστούν περισσότερα δεδομένα, να προβούν σε αναθεωρήσεις διαδικασιών αλλά και να δεχτούν αυξημένο αριθμό επισκέψεων από τους επόπτες τους. Ρόλος των τελευταίων είναι να “δοκιμάσουν” τόσο τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, όσο και την επιχειρηματική στρατηγική.

Αυτές οι νέες απαιτήσεις δημιουργούν με τη σειρά τους την ανάγκη για εντονότερη επίβλεψη των διαδικασιών του risk management, για αυξημένες δυνατότητες συλλογής δεδομένων και για συχνότερους εσωτερικούς ελέγχους. Αυτό που μέχρι σήμερα στέκει εμπόδιο στην αποτελεσματικότερη εποπτεία είναι η έλλειψη προόδου όσον αφορά τη συγκέντρωση δεδομένων και τον εντοπισμό των κινδύνων, η ανεπάρκεια σε επίπεδο δυνατοτήτων risk reporting αλλά και των πληροφοριακών συστημάτων γενικότερα. Η αδυναμία της ανώτατης διοίκησης να ορίσει ξεκάθαρα πλαίσια του ανεκτού ορίου ανάληψης κινδύνου που να συμφωνούν με την εταιρική στρατηγική επίσης αποτελεί σοβαρό προβληματισμό στη σχετική διαδικασία.

Δίνεται μεγάλη έμφαση στην έννοια της εταιρικής διακυβέρνησης, ιδίως όσον αφορά το ρόλο και τις ευθύνες των Chief Risk Officer (CRO) και Chief Audit Executive.  Γίνεται αντιληπτό ότι ο CRO θα πρέπει να τυγχάνει σταθερής υποστήριξης εκ μέρους του CEO, αλλά και να έχει ξεκάθαρη θέση στο οργανόγραμμα της τράπεζας. Υπάρχει επίσης η προσδοκία ότι ο CRO και ο επικεφαλής του Audit θα συμμετέχουν στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου και θα έχουν τη δυνατότητα να θέτουν ερωτήματα τόσο στην ανώτατη διοίκηση, όσο και σε επίπεδο επιχειρηματικής στρατηγικής και προϋπολογισμού.

Εστίαση στα δεδομένα
Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχει αναπτύξει πρότυπα βάσει των οποίων θα γίνεται η συλλογή των απαιτούμενων δεδομένων και η διαχείριση της πληροφορίας. Τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνουν:
• αυτά που ανταλλάσσονται μεταξύ οργανισμών,
• τα συγκεντρωτικά δεδομένα που προκύπτουν από τους οργανισμούς,
• τα δομικά δεδομένα και τα
• παθητικά, ή ad hoc, δεδομένα.

Το σχετικό πρότυπο έχει σχεδιαστεί με τρόπο τέτοιο που να διορθώνει τα κενά δεδομένων που προκύπτουν πριν ή και κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης και διευκολύνουν τη συλλογή πληροφορίας σε πέντε βασικούς τομείς κινδύνου: τον κίνδυνο συγκέντρωσης, τον κίνδυνο των αγορών, τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, τον κίνδυνο χρέους χώρας και τον κίνδυνο μετάδοσης. H πληροφορία που συγκεντρώνεται μέσα στα πρότυπα αυτά, έχει στόχο να διευκολύνει τους αρμόδιους να βελτιώσουν τις διαδικασίες αξιολόγησης των κινδύνων και να εντοπίζουν γρηγορότερα τους τυχόν συστημικούς κινδύνους που ελλοχεύουν. Τα δεδομένα αυτά θα τροφοδοτούν επίσης μια ετήσια συγκεντρωτική αξιολόγηση του συνόλου των συστημικών τραπεζών, ενώ θα μπορούν παράλληλα να αξιοποιηθούν και από ομάδες διαχείρισης κρίσεων για τον σχεδιασμό σεναρίων λύσεων.

Αρχές διαχείρισης των δεδομένων κινδύνου
Η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας έχει προσδιορίσει μία σειρά από αρχές για την αποτελεσματική συλλογή δεδομένων κινδύνου και την αναφορά τους.
Η συμμόρφωση με τις αρχές αυτές θα είναι υποχρεωτική για τις μεγάλες συστημικές τράπεζες, ενώ συνίσταται η εφαρμογή τους και σε τράπεζες που είναι συστημικές σε εθνικό επίπεδο. Οι αρχές αυτές καλύπτουν τους τομείς του risk data governance, των δυνατοτήτων risk data aggregation, των πρακτικών risk reporting, της αναθεώρησης, της συνεργασίας και των σχετικών εργαλείων. Η ανώτατη διοίκηση της τράπεζας είναι εκείνη που φέρει την ευθύνη για την έγκαιρη, ακριβή και υψηλής ποιότητας παραγωγή δεδομένων. Οφείλει ακόμα να προσδιορίζει το risk appetite και να διαθέτει ισχυρή υποδομή, διαδικασίες και ελεγκτικούς μηχανισμούς ώστε να παρακολουθεί τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο των αγορών, τον κίνδυνο ρευστότητας και τον λειτουργικό κίνδυνο. Οι υπεύθυνοι επίβλεψης θα πρέπει με τη σειρά τους να υποβάλουν τις διαδικασίες των δεδομένων σε δοκιμές ώστε να διασφαλίζουν ότι αυτές μπορούν να αντέξουν σε διάφορα δυσμενή σενάρια όπως η απότομη αύξηση του όγκου εργασίας ή μια δυνητική κρίση. Όπου προκύπτουν αδυναμίες σε επίπεδο συγκέντρωσης δεδομένων, οι οποίες κρίνονται αρκετά σοβαρές ώστε να δυσχεραίνουν τις διαδικασίες της διαχείρισης κινδύνου, οι υπεύθυνοι επίβλεψης θα πρέπει να επιβάλουν όρια ως προς τη δυνατότητα της εταιρείας να αναλάβει νέους κινδύνους ή να διευρύνει την επιχειρηματική της λειτουργία.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών έχει ζητήσει από τους 39 μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης να πληρούν κάποιες νέες απαιτήσεις ετοιμότητας όσον αφορά το σχεδιασμό ανάκαμψης (recovery and resolution plans- RRPs) μέχρι το τέλος του 2013. Ποια είναι η πρόοδος που έχουν σημειώσει μέχρι σήμερα οι  τράπεζες προκειμένου να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους από μια ενδεχόμενη κατάρρευση των συστημικά μεγάλων τραπεζών; Οι νέες ρυθμίσεις σηματοδοτούν το τέλος της εποχής του “πολύ μεγάλος για να πτωχεύσει”;

Ας εξετάσουμε μία σειρά από ενέργειες που τίθενται σε εφαρμογή με στόχο την ενίσχυση της άμυνας των συστημικά μεγάλων τραπεζών:

Υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις
Οι συστημικές τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν επιπρόσθετο κεφάλαιο ύψους 1-3,5% του σταθμισμένου ενεργητικού τους, ανάλογα με το επίπεδο της συστημικής τους βαρύτητας.  Στις περιπτώσεις τραπεζών που θεωρούνται συστημικές μόνο σε επίπεδο εθνικού τραπεζικού συστήματος, τα ποσοστά αυτά προσδιορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Κάποιες χώρες έχουν, ωστόσο, επιβάλει ακόμη υψηλότερα ποσοστά. Οι ελβετικές τράπεζες, για παράδειγμα, καλούνται να διατηρούν μέχρι και το 9% του επιπρόσθετου κεφαλαίου υπό τη μορφή υβριδικών ομολόγων (Cocos).

Ισχυρότερη εποπτεία
Οι συστημικές τράπεζες θα υποστούν επίσης εντονότερη και αποτελεσματικότερη εποπτεία. Θα κληθούν να μοιραστούν περισσότερα δεδομένα, να προβούν σε αναθεωρήσεις διαδικασιών αλλά και να δεχτούν αυξημένο αριθμό επισκέψεων από τους επόπτες τους. Ρόλος των τελευταίων είναι να “δοκιμάσουν” τόσο τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, όσο και την επιχειρηματική στρατηγική.

Αυτές οι νέες απαιτήσεις δημιουργούν με τη σειρά τους την ανάγκη για εντονότερη επίβλεψη των διαδικασιών του risk management, για αυξημένες δυνατότητες συλλογής δεδομένων και για συχνότερους εσωτερικούς ελέγχους. Αυτό που μέχρι σήμερα στέκει εμπόδιο στην αποτελεσματικότερη εποπτεία είναι η έλλειψη προόδου όσον αφορά τη συγκέντρωση δεδομένων και τον εντοπισμό των κινδύνων, η ανεπάρκεια σε επίπεδο δυνατοτήτων risk reporting αλλά και των πληροφοριακών συστημάτων γενικότερα. Η αδυναμία της ανώτατης διοίκησης να ορίσει ξεκάθαρα πλαίσια του ανεκτού ορίου ανάληψης κινδύνου που να συμφωνούν με την εταιρική στρατηγική επίσης αποτελεί σοβαρό προβληματισμό στη σχετική διαδικασία.

Δίνεται μεγάλη έμφαση στην έννοια της εταιρικής διακυβέρνησης, ιδίως όσον αφορά το ρόλο και τις ευθύνες των Chief Risk Officer (CRO) και Chief Audit Executive.  Γίνεται αντιληπτό ότι ο CRO θα πρέπει να τυγχάνει σταθερής υποστήριξης εκ μέρους του CEO, αλλά και να έχει ξεκάθαρη θέση στο οργανόγραμμα της τράπεζας. Υπάρχει επίσης η προσδοκία ότι ο CRO και ο επικεφαλής του Audit θα συμμετέχουν στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου και θα έχουν τη δυνατότητα να θέτουν ερωτήματα τόσο στην ανώτατη διοίκηση, όσο και σε επίπεδο επιχειρηματικής στρατηγικής και προϋπολογισμού.

Εστίαση στα δεδομένα
Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχει αναπτύξει πρότυπα βάσει των οποίων θα γίνεται η συλλογή των απαιτούμενων δεδομένων και η διαχείριση της πληροφορίας. Τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνουν:
• αυτά που ανταλλάσσονται μεταξύ οργανισμών,
• τα συγκεντρωτικά δεδομένα που προκύπτουν από τους οργανισμούς,
• τα δομικά δεδομένα και τα
• παθητικά, ή ad hoc, δεδομένα.

Το σχετικό πρότυπο έχει σχεδιαστεί με τρόπο τέτοιο που να διορθώνει τα κενά δεδομένων που προκύπτουν πριν ή και κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης και διευκολύνουν τη συλλογή πληροφορίας σε πέντε βασικούς τομείς κινδύνου: τον κίνδυνο συγκέντρωσης, τον κίνδυνο των αγορών, τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, τον κίνδυνο χρέους χώρας και τον κίνδυνο μετάδοσης. H πληροφορία που συγκεντρώνεται μέσα στα πρότυπα αυτά, έχει στόχο να διευκολύνει τους αρμόδιους να βελτιώσουν τις διαδικασίες αξιολόγησης των κινδύνων και να εντοπίζουν γρηγορότερα τους τυχόν συστημικούς κινδύνους που ελλοχεύουν. Τα δεδομένα αυτά θα τροφοδοτούν επίσης μια ετήσια συγκεντρωτική αξιολόγηση του συνόλου των συστημικών τραπεζών, ενώ θα μπορούν παράλληλα να αξιοποιηθούν και από ομάδες διαχείρισης κρίσεων για τον σχεδιασμό σεναρίων λύσεων.

Αρχές διαχείρισης των δεδομένων κινδύνου
Η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας έχει προσδιορίσει μία σειρά από αρχές για την αποτελεσματική συλλογή δεδομένων κινδύνου και την αναφορά τους.
Η συμμόρφωση με τις αρχές αυτές θα είναι υποχρεωτική για τις μεγάλες συστημικές τράπεζες, ενώ συνίσταται η εφαρμογή τους και σε τράπεζες που είναι συστημικές σε εθνικό επίπεδο. Οι αρχές αυτές καλύπτουν τους τομείς του risk data governance, των δυνατοτήτων risk data aggregation, των πρακτικών risk reporting, της αναθεώρησης, της συνεργασίας και των σχετικών εργαλείων. Η ανώτατη διοίκηση της τράπεζας είναι εκείνη που φέρει την ευθύνη για την έγκαιρη, ακριβή και υψηλής ποιότητας παραγωγή δεδομένων. Οφείλει ακόμα να προσδιορίζει το risk appetite και να διαθέτει ισχυρή υποδομή, διαδικασίες και ελεγκτικούς μηχανισμούς ώστε να παρακολουθεί τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο των αγορών, τον κίνδυνο ρευστότητας και τον λειτουργικό κίνδυνο. Οι υπεύθυνοι επίβλεψης θα πρέπει με τη σειρά τους να υποβάλουν τις διαδικασίες των δεδομένων σε δοκιμές ώστε να διασφαλίζουν ότι αυτές μπορούν να αντέξουν σε διάφορα δυσμενή σενάρια όπως η απότομη αύξηση του όγκου εργασίας ή μια δυνητική κρίση. Όπου προκύπτουν αδυναμίες σε επίπεδο συγκέντρωσης δεδομένων, οι οποίες κρίνονται αρκετά σοβαρές ώστε να δυσχεραίνουν τις διαδικασίες της διαχείρισης κινδύνου, οι υπεύθυνοι επίβλεψης θα πρέπει να επιβάλουν όρια ως προς τη δυνατότητα της εταιρείας να αναλάβει νέους κινδύνους ή να διευρύνει την επιχειρηματική της λειτουργία.



Πλαίσια ανάκαμψης
Με στόχο τους να προλάβουν το ενδεχόμενο αναταραχών στην αγορά, τα πλαίσια ανάκαμψης και εκκαθάρισης σχεδιάζονται με στόχο να επιτρέψουν σε μία τράπεζα υπό κατάρρευση να επιστρέψει στη βιωσιμότητα ή να εκκαθαριστεί -μερικά ή συνολικά- με την ελάχιστη δυνατή αναταραχή του οικονομικού συστήματος και το ελάχιστο δυνατό κόστος για τους φορολογούμενους. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του προκαταβολικού σχεδιασμού και της άμεσης μεσολάβησης των αρχών διευθέτησης.

Τα βασικά χαρακτηριστικά για αποτελεσματική διαμεσολάβηση περιλαμβάνουν την αυξημένη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών επιτηρητών, τη βελτίωση του εσωτερικού πλάνου ανάκαμψης και τη διασφάλιση ότι οι εθνικές αρχές έχουν την απαιτούμενη δύναμη και εργαλεία ώστε να αντιμετωπίσουν το θέμα της πτώχευσης μιας τράπεζας. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να εφαρμοστούν σε όλους τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που κρίνονται συστημικοί σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, προς το παρόν έχει δοθεί προθεσμία μόνο σε 28 τράπεζες να είναι προετοιμασμένες απέναντι σε αυτές τις απαιτήσεις. Για την Ευρώπη, τα χαρακτηριστικά αυτά θα ενσωματωθούν στην προτεινόμενη ντιρεκτίβα ανάκαμψης και εκκαθάρισης (Recovery and Resolution Directive).

Σχεδιασμός ανάκαμψης και εκκαθάρισης
Ο σχεδιασμός της ανάκαμψης περιλαμβάνει τη στρατηγική ανάλυση προς εντοπισμό των συστημικά σημαντικών λειτουργιών ενός οργανισμού αλλά και των βημάτων που χρειάζονται για να διατηρηθεί η συνέχεια των σημαντικών  λειτουργιών στην περίπτωση δυσμενών σεναρίων. Οι τράπεζες πρέπει να προετοιμάσουν σχέδια ανάκαμψης και να τα υποβάλουν μαζί με λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την παγκόσμια δραστηριότητα του ομίλου σε μία αρχή εκκαθάρισης, ώστε να μπορέσει και ο επιτηρητής με τη σειρά του να προετοιμάσει ένα σχέδιο διευθέτησης.

Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει μια σειρά επιλογών, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων ενίσχυσης κεφαλαίου, αντιμετώπισης των πιέσεων για ρευστότητα, σχεδίων αναδόμησης του οργανισμού και πώλησης υποκαταστημάτων ή θυγατρικών. Το σχέδιο διευθέτησης θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι υπάρχουν διαδικασίες οι οποίες να επιτρέπουν την έγκαιρη εφαρμογή των επιλογών ανάκαμψης σε μια σειρά διαφορετικών σεναρίων.

Από τις τράπεζες απαιτείται επίσης να παράσχουν στις αρχές εκτενείς λεπτομέρειες σχετικά με το ποσοστό της έκθεσης εντός του ομίλου καθώς και λειτουργικών και οργανωτικών δεδομένων που μπορούν να βοηθήσουν στο σχεδιασμό της διευθέτησης. Οι αρχές διευθέτησης θα προβούν σε αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης. Αν διαπιστωθεί ότι μια τράπεζα δεν μπορεί να εξυγιανθεί, τότε οι αρχές διευθέτησης μπορούν να ασκήσουν μια σειρά από δυνάμεις.
 
Οι δυνάμεις αυτές περιλαμβάνουν την εφαρμογή ορίων έκθεσης, εκχώρηση παγίων ή την απαίτηση αλλαγών στη νομική ή λειτουργική δομή της τράπεζας. Ορίζονται επίσης τα “εργαλεία” που έχει στη διάθεσή της η αρχή διευθέτησης προκειμένου να εκκαθαριστεί μια τράπεζα υπό πτώχευση: πώληση επιχειρηματικής δραστηριότητας, διαχωρισμός παγίων, τράπεζας-γέφυρας και bail-in. Τα σχέδια εκκαθάρισης θα πρέπει να σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη τα εργαλεία αυτά.

Οι περισσότερες συστημικές τράπεζες έχουν συμπληρώσει ήδη τουλάχιστον ένα προσχέδιο των πλάνων διευθέτησης. Ωστόσο, η κατάρτιση του κυρίως σχεδίου αποτελεί ακόμα ένα έργο σε εξέλιξη. Θα χρειαστεί πιθανότατα  συνεχής προσαρμογή και εξέλιξή τους, καθώς οι τράπεζες και οι επιτηρητές επεξεργάζονται το πώς θα λειτουργήσουν τα σχέδια αυτά στην πράξη.

Οι επιτηρητές απομακρύνονται από την ιδέα της τυποποιημένης προσέγγισης και ζητούν σχέδια διευθέτησης προσαρμοσμένα στο ιδιαίτερο επιχειρηματικό μοντέλο της κάθε επιμέρους τράπεζας, ζητώντας εξειδικευμένες πληροφορίες για την ανάπτυξη διαφορετικών σχεδίων επίλυσης. Η πρόοδος που σημειώνεται στον τομέα θεωρείται ικανοποιητική, ωστόσο αρκετά σημεία της διαδικασίας χρήζουν βελτίωσης ή αποσαφήνισης.

Αλλαγή στις δομές της τραπεζικής
Παράλληλα με τις παραπάνω εξελίξεις, παρατηρείται και μια σειρά από αλλαγές σε επίπεδο δομών του τραπεζικού κλάδου διεθνώς. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι οι παρακάτω:

Διαχωρισμός λιανικής και επενδυτικής τραπεζικής: Αρκετές είναι οι χώρες που έχουν ήδη προβεί, ή σχεδιάζουν, νομική αναδόμηση του τραπεζικού κλάδου, με στόχο τη μείωση του κινδύνου ή τη διευκόλυνση της εκκαθάρισης προβληματικών τραπεζών. Οι δύο βασικές προσεγγίσεις που ακολουθούνται στη λογική αυτή είναι η περιχαράκωση και ο πλήρης δομικός διαχωρισμός συγκεκριμένων τραπεζικών δραστηριοτήτων.

Περιορίζοντας τις σχέσεις αλληλεξάρτησης στο χρηματοοικονομικό σύστημα: Η έντονη σχέση αλληλεξάρτησης μέσα σε ένα χρηματοοικονομικό σύστημα αποτελεί βασικό παράγοντα ενίσχυσης του συστημικού κινδύνου. Οι σχέσεις αυτές αυξάνουν την πίεση για διάσωση μίας τράπεζας προκειμένου να προστατευτούν οι υπόλοιποι οργανισμοί που βρίσκονται εκτεθειμένοι σε αυτήν.

Μακροπροληπτική εποπτεία: Η χρηματοοικονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ρυθμιστική επίβλεψη του συνόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, δημιουργήθηκαν ρυθμιστικές αρχές με στόχο την παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου. Η δραστηριότητα αυτών των αρχών συμπληρώνεται από ένα πλαίσιο αρχών που έχουν σαν στόχο τους να παρέχουν στους μακροπροληπτικούς επόπτες την πληροφορία, τη δύναμη και τα εργαλεία που χρειάζονται προκειμένου να διασφαλίζεται η έγκαιρη ανίχνευση, αξιολόγηση και αντιμετώπιση συστημικών κινδύνων.

Παγκόσμιο Σύστημα Αναγνώρισης Νομικών Προσώπων: Οι ρυθμιστικές αρχές κινούνται στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός Παγκόσμιου Συστήματος Αναγνώρισης Νομικών Προσώπων (Legal Entity Identifier – LEI), το οποίο ενισχύσει τη διαφάνεια των χρηματοπιστωτικών αγορών και θα εντοπίζει τυχόν αδυναμίες στη γρήγορη και ακριβή αναφορά εκθέσεων που προκύπτουν στην αγορά.



Τι συνεπάγονται όλα τα παραπάνω για τις συστημικές τράπεζες;
Οι συστημικές τράπεζες θα αναγκαστούν να υποστούν έντονη επιτήρηση η οποία ενδέχεται κάποιες φορές να θίγει την αυτονομία τους σε επίπεδο λήψης αποφάσεων σχετικά με τη στρατηγική και τη λειτουργική τους δομή. Οι επόπτες θα έχουν σαφώς την τάση να επεμβαίνουν προκειμένου να περιορίζουν δραστηριότητες που δείχνουν να αποτελούν δυνητική απειλή για την χρηματοοικονομική σταθερότητα του οργανισμού. Κάποιες ενδεικτικές απαιτήσεις είναι οι παρακάτω:

Αυξημένα κόστη χρηματοδότησης: Το κόστος χρηματοδότησης μιας τράπεζας θα συνεχίσει να αυξάνεται καθώς οι κρατικές επιχορηγήσεις υποχωρούν. Τα κόστη αυτά θα αυξηθούν μάλιστα ένα παραπάνω εάν φτάσουμε στο σημείο όπου μια τράπεζα μπορεί να εκκαθαριστεί χωρίς να απαιτείται κρατική υποστήριξη.

Αλλαγές στη λειτουργική δομή και στη στρατηγική: Η ανάπτυξη σχεδίων ανάκαμψης θα συνεχίσει να απαιτεί έντονη στρατηγική σκέψη εκ μέρους των συστημικών τραπεζών. Οι τράπεζες θα πρέπει να αναλογιστούν και το πιθανό αποτέλεσμα της αξιολόγησης των εποπτών τους προκειμένου να είναι έτοιμες να απαντήσουν στις υποδείξεις των δεύτερων όσον αφορά τη λειτουργική δομή και το επιχειρηματικό μοντέλο τους. 

Δεδομένου ότι τα ίδια τα μοντέλα διευθέτησης βρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη, οι τράπεζες θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες να απαντήσουν σε θέματα που αφορούν την πολυπλοκότητα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, τη γεωγραφική κατανομή, τη νομική δομή, τις κοινές λειτουργίες σε επίπεδο ομίλου και τις εσωτερικές εκθέσεις στον όμιλο. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί όσον αφορά την έκθεση της τράπεζας σε έναν συγκεκριμένο τομέα της αγοράς.

Αυξημένες απαιτήσεις για δεδομένα: Η διάθεση ενός ισχυρού πλαισίου δεδομένων είναι κρίσιμης σημασίας για τις συστημικές τράπεζες. Τα θέματα που αφορούν τα δεδομένα μπαίνουν ολοένα και περισσότερο στο στόχαστρο των ρυθμιστικών αρχών και των εποπτών. Οι επόπτες θα πρέπει να έχουν ad hoc πρόσβαση σε δεδομένα υψηλής ποιότητας. Οι συστημικές τράπεζες που παράγουν δεδομένα κακής ποιότητας, ελλιπή ή ασυνεπή ή που τα εξάγουν μετά από την ζητούμενη προθεσμία, κινδυνεύουν να χαλάσουν τη σχέση με τους επόπτες τους. 

Υπάρχουν τράπεζες που είναι “πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν”;
Η κατάρτιση συνολικών και ξεκάθαρων σχεδίων ανάκαμψης βοηθά αναμφισβήτητα μια τράπεζα η οποία βρίσκεται σε οικονομική αναστάτωση. Ωστόσο, δεν προκύπτουν ακόμα συμπερασματικά στοιχεία ότι τα σχέδια αυτά μπορούν να εφαρμοστούν έγκαιρα και αποτελεσματικά στην περίπτωση μιας κρίσης. Τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο τα σχέδια θα λειτουργήσουν στην πράξη αλλά και της δυνατότητας των εποπτών να αντιμετωπίσουν μια ενδεχόμενη πτώχευση πολλών τραπεζών ταυτόχρονα.

Η εμπιστοσύνη στις αγορές ήταν ένας παράγοντας που διαδραμάτισε  σημαντικό ρόλο στην οικονομική κρίση. Είναι, κατά συνέπεια, απαραίτητο όλοι οι εμπλεκόμενοι -συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών και των πιστωτών- να κατανοήσουν τις συνέπειες των απαιτήσεων για αντιμετώπιση των κινδύνων που σχετίζονται με τις συστημικές τράπεζες και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη τους ότι αυτές θα λειτουργήσουν στο ενδεχόμενο μιας κρίσης.

Banker's Review (T. 032)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778